Είναι σύνηθες άνθρωποι που βίωσαν το ίδιο γεγονός να το θυμούνται διαφορετικά – ή ακόμη και να μην το θυμούνται καθόλου. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη «κακής μνήμης», αλλά φυσικό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Ο εγκέφαλος δεν καταγράφει την πραγματικότητα σαν κάμερα. Αντίθετα, φιλτράρει συνεχώς τις πληροφορίες που λαμβάνει. Σε κάθε στιγμή, δεχόμαστε πολύ περισσότερα ερεθίσματα από όσα μπορούμε να επεξεργαστούμε και να αποθηκεύσουμε. Η προσοχή παίζει καθοριστικό ρόλο: μόνο ό,τι προσέχουμε έχει πιθανότητες να καταγραφεί. Το συναίσθημα επίσης ενισχύει τη μνήμη, καθώς τα γεγονότα με έντονο συναισθηματικό φορτίο αποθηκεύονται ευκολότερα.
Στη συνέχεια, εγκεφαλικές δομές όπως ο ιππόκαμπος συμβάλλουν στη μετατροπή των εμπειριών σε μακροπρόθεσμες αναμνήσεις. Αν η προσοχή είναι περιορισμένη ή διασπασμένη, η διαδικασία αυτή δεν ολοκληρώνεται αποτελεσματικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εμπειρία δεν «χάνεται» – απλώς δεν καταγράφεται επαρκώς εξαρχής.
Ακόμη και όταν μια μνήμη αποθηκευτεί, δεν παραμένει σταθερή. Κάθε φορά που την ανακαλούμε, την ανασυνθέτουμε. Η διαδικασία αυτή βασίζεται σε αποσπασματικές πληροφορίες, προηγούμενες γνώσεις και προσδοκίες. Με την επανάληψη – μέσω σκέψης ή αφήγησης – οι μνήμες ενισχύονται και αποκτούν μεγαλύτερη συνοχή, αλλά μπορεί επίσης να τροποποιηθούν.
Αυτό εξηγεί γιατί διαφορετικά άτομα μπορεί να έχουν διαφορετικές αναμνήσεις για το ίδιο γεγονός. Η μνήμη δεν είναι αντικειμενική καταγραφή, αλλά δυναμική κατασκευή που επηρεάζεται από την προσοχή, το συναίσθημα και το πλαίσιο.
Η αίσθηση ότι ο εγκέφαλος «γεμίζει» δεν αντανακλά πραγματική έλλειψη αποθηκευτικού χώρου. Αντίθετα, σχετίζεται με τα όρια της επεξεργαστικής ικανότητας. Η μνήμη εργασίας – δηλαδή η πληροφορία που μπορούμε να διατηρήσουμε προσωρινά στο νου – είναι περιορισμένη. Όταν υπερφορτώνεται, η καταγραφή νέων πληροφοριών γίνεται δυσκολότερη.
Οι συγκρίσεις με υπολογιστές έχουν περιορισμένη αξία. Σε αντίθεση με έναν σκληρό δίσκο, όπου τα δεδομένα αποθηκεύονται σε σταθερή μορφή, οι ανθρώπινες μνήμες είναι κατανεμημένες σε δίκτυα νευρώνων και μεταβάλλονται με τον χρόνο. Οι νέες εμπειρίες δεν αποθηκεύονται απλώς – αλληλεπιδρούν με τις ήδη υπάρχουσες και τις αναδιαμορφώνουν.
Όσον αφορά τις αναμνήσεις που φαίνεται να «χάνονται», σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν εξαφανιστεί πλήρως
"Αυτό που χάνεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι η ίδια η ανάμνηση, αλλά η ικανότητά μας να την ανακτήσουμε. Μια οικεία μυρωδιά, ένα μουσικό κομμάτι ή μια απροσδόκητη λεπτομέρεια μπορεί να φέρει πίσω κάτι που φαινόταν να έχει χαθεί εντελώς. Το ίχνος παραμένει, αλλά έχει ξεφύγει από την εμβέλειά μας. Και η απουσία μιας ανάμνησης σπάνια αποτελεί ένδειξη ότι το σύστημα έχει φτάσει στα όριά του – πιο συχνά, είναι το ίχνος μιας στιγμής που δεν αποθηκεύτηκε ποτέ πλήρως, ή μιας στιγμής που απλώς δεν έχει κληθεί να ανακληθεί.", επισημαίνει στο σχετικό της άρθρο στο The Conversation, η Michelle Spear, καθηγήτρια Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ





