Η παγκόσμια εμβολιαστική κάλυψη παρουσιάζει μικρή βελτίωση, όμως εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να μένουν απροστάτευτα απέναντι σε ασθένειες που μπορούν να προληφθούν, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και της UNICEF.
Οι ετήσιες εκτιμήσεις για την εθνική κάλυψη εμβολιασμών (WHO-UNICEF Estimates of National Immunization Coverage - WUENIC), που δημοσιεύθηκαν στις 15 Ιουλίου 2026, δείχνουν ότι το 2025 το 90% των βρεφών παγκοσμίως, δηλαδή σχεδόν 116 εκατομμύρια παιδιά, έλαβαν τουλάχιστον μία δόση εμβολίου κατά της διφθερίτιδας, του τετάνου και του κοκκύτη (DTP). Το 85%, περίπου 110 εκατομμύρια παιδιά, ολοκλήρωσαν και τις τρεις απαιτούμενες δόσεις.
Παρότι και οι δύο δείκτες αυξήθηκαν κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η παγκόσμια κάλυψη παραμένει κατά μία μονάδα χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2019 και ουσιαστικά κινείται στα ίδια επίπεδα από το 2009.
13,5 εκατομμύρια παιδιά χωρίς ούτε ένα εμβόλιο
Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου 13,5 εκατομμύρια παιδιά δεν έλαβαν ούτε μία δόση εμβολίου κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους το 2025. Ο αριθμός αυτός είναι μειωμένος κατά σχεδόν 750.000 σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, όμως η πρόοδος αντισταθμίζεται από τον αυξανόμενο αριθμό παιδιών που ξεκινούν το εμβολιαστικό πρόγραμμα αλλά δεν το ολοκληρώνουν.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η στασιμότητα στον εμβολιασμό κατά της ιλαράς. Περίπου 7,3 εκατομμύρια βρέφη έλαβαν την πρώτη δόση του εμβολίου DTP αλλά δεν συνέχισαν μέχρι την πρώτη δόση κατά της ιλαράς. Ως αποτέλεσμα, η κάλυψη για την πρώτη δόση ιλαράς παρέμεινε στο 84% και για τη δεύτερη στο 77%, πολύ κάτω από το 95% που απαιτείται για την αποτροπή εξάρσεων της ιδιαίτερα μεταδοτικής νόσου.
Το 2025, συνολικά 57 χώρες ανέφεραν μεγάλες ή σοβαρές εξάρσεις ιλαράς.
«Οι κυβερνήσεις και οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας βοήθησαν τα παγκόσμια ποσοστά εμβολιασμού να ανακάμψουν μετά τη σημαντική πτώση κατά την πανδημία COVID-19», δήλωσε η εκτελεστική διευθύντρια της UNICEF, Κάθριν Ράσελ.
«Όμως εκατομμύρια ευάλωτα παιδιά εξακολουθούν να μένουν απροστάτευτα λόγω συγκρούσεων, εκτοπισμού και φτώχειας. Πρέπει να φτάσουμε σε κάθε παιδί και να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη όπου αυτή υποχωρεί. Κανένα παιδί δεν θα πρέπει να υποφέρει από μια ασθένεια που ένα απλό εμβόλιο μπορεί να προλάβει», πρόσθεσε.
Οι συγκρούσεις και η παραπληροφόρηση απειλούν την πρόοδο
Τα στοιχεία από 195 χώρες δείχνουν ότι 100 χώρες διατήρησαν κάλυψη τουλάχιστον 90% με τρεις δόσεις DTP από το 2019, χωρίς όμως σημαντική διεύρυνση αυτής της ομάδας.
Από τις χώρες που το 2019 είχαν κάλυψη κάτω από 90%, οι 30 βελτίωσαν τις επιδόσεις τους μέσα στην τελευταία εξαετία, ενώ 65 παραμένουν στάσιμες ή παρουσιάζουν επιδείνωση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 13 χώρες που χαρακτηρίζονται εύθραυστες ή επηρεάζονται από συγκρούσεις.
Περισσότερα από τα μισά παιδιά χωρίς καμία δόση εμβολίου ζουν σε χώρες με συγκρούσεις ή σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες, παρότι οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου παιδικού πληθυσμού.
«Κάθε παιδί, είτε γεννιέται σε συνθήκες πλούτου είτε φτώχειας, ειρήνης ή σύγκρουσης, αξίζει την προστασία που προσφέρουν τα εμβόλια», δήλωσε ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, δρ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους.
«Ο εμβολιασμός είναι μία από τις πιο οικονομικά αποδοτικές, πιο δίκαιες και πιο αξιόπιστες παρεμβάσεις για την προστασία της υγείας και της ευημερίας των παιδιών. Η μεγαλύτερη ασφάλειά μας ξεκινά από τη διασφάλιση ότι όλοι, όπου κι αν ζουν, προστατεύονται από θανατηφόρες ασθένειες που μπορούν να προληφθούν με εμβόλια», ανέφερε.
Ανάγκη για περισσότερη χρηματοδότηση και καλύτερη επιτήρηση
Τα τελευταία 25 χρόνια, οι συνεχείς επενδύσεις κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, η ενίσχυση των προγραμμάτων εμβολιασμού και η εμπιστοσύνη των κοινοτήτων έχουν μειώσει κατά 40% τον ετήσιο αριθμό των παιδιών χωρίς καμία δόση εμβολίου.
Στις χώρες που υποστηρίζονται από τη Gavi, τη Συμμαχία για τα Εμβόλια, τα παιδιά προστατεύονται σήμερα από περισσότερες ασθένειες από ποτέ, με τη μέση κάλυψη να φτάνει το 74% για το πλήρες πρόγραμμα εμβολίων που συνιστά ο ΠΟΥ.
«Τα ιστορικά επίπεδα εμβολιασμού που βλέπουμε στις χώρες χαμηλού εισοδήματος δείχνουν τι μπορεί να επιτευχθεί όταν όλοι οι φορείς συνεργάζονται προς έναν κοινό στόχο», δήλωσε η δρ Σάνια Νιστάρ, διευθύνουσα σύμβουλος της Gavi.
«Καθώς η Gavi εισέρχεται σε μια νέα πενταετή περίοδο, η μεγάλη πρόκληση είναι να διατηρήσουμε αυτή τη δυναμική απέναντι στους περιορισμούς χρηματοδότησης, τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τις αυξανόμενες εξάρσεις ασθενειών, ενώ θα εργαστούμε ακόμη πιο εντατικά για να φτάσουμε στα παιδιά που εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε εμβολιασμό», πρόσθεσε.
Ο ΠΟΥ και η UNICEF προειδοποιούν ότι η μείωση της διεθνούς χρηματοδότησης για την υγεία και η αποδυνάμωση των συστημάτων καταγραφής και επιτήρησης μπορεί να οδηγήσουν σε νέες εξάρσεις και θανάτους που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
Οι δύο οργανισμοί καλούν τις κυβερνήσεις και τους διεθνείς εταίρους να ενισχύσουν τα προγράμματα εμβολιασμού σε περιοχές συγκρούσεων, να αντιμετωπίσουν την παραπληροφόρηση για τα εμβόλια, να διασφαλίσουν σταθερή χρηματοδότηση και να επενδύσουν σε ισχυρότερα συστήματα δεδομένων και επιδημιολογικής επιτήρησης.





