Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον προγραμματισμό της ΠΟΕΔΗΝ στην Αττική θα πραγματοποιηθεί στάση εργασίας από τις 8 το πρωί έως και τις 3 το μεσημέρι, συγκέντρωση στο Υπουργείο Υγείας στις 9 το πρωί και αμέσως μετά θα ακολουθήσει πορεία προς το Υπουργείο Οικονομικών.
Στη σχετική ανακοίνωσή της η ομοσπονδία αναφέρει τα εξής:
«Νοσεί το Δημόσιο Σύστημα Υγείας λόγω σοβαρών ελλείψεων προσωπικού.
Η κατάσταση δεν προσφέρεται για καταστροφολογία από «αγανακτισμένους» γιατί έτσι συκοφαντείται η υπερπροσπάθεια των εξαντλημένων από συνεχή ωράρια εργασίας των εναπομεινάντων υγειονομικών. Η κατάσταση βεβαίως δεν προσφέρεται ούτε για θριαμβολογίες από την μεριά της κυβέρνησης γιατί έτσι περιφρονείται η ταλαιπωρία και ο κίνδυνος που υφίστανται οι ασθενείς αναζητώντας υπηρεσίες υγείας.
Το ΕΣΥ κατάντησε ανθρωποδιώκτης για τους επαγγελματίες Υγείας.
Οι νυν εργαζόμενοι μαζικά αποχωρούν λόγω των δυσμενών συνθηκών εργασίας , των εξευτελιστικών αμοιβών, της αθέτησης των δεσμεύσεων εν μέσω χειροκροτημάτων την περίοδο της πανδημίας της κυβέρνησης για ένταξη στα ΒΑΕ και μονιμοποίηση των συμβασιούχων.
Οι επαγγελματίες υγείας που βρίσκονται στην αγορά εργασίας αναζητούν δουλειά στον ιδιωτικό τομέα ή το εξωτερικό.
Εκρηκτικός μηχανισμός στα θεμέλια του ΕΣΥ είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος για τους μαθητές να φοιτήσουν στις Πανεπιστημιακές Σχολές των επαγγελμάτων υγείας. Αδειάζουν οι Πανεπιστημιακές Σχολές των επαγγελμάτων υγείας και σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν επαγγελματίες υγείας στην αγορά εργασίας.
Για την δυσμενή κατάσταση που διαμορφώθηκε φταίει το μπάτζετ που διατίθεται για τη Δημόσια Υγεία.
Με δημόσιες δαπάνες 5,5% του ΑΕΠ δεν διορθώνεται η κατάσταση με οποιοδήποτε Υπουργό Υγείας, με οποιαδήποτε κυβέρνηση. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν.
Τα Συστήματα Υγείας των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών αντιμετωπίζουν παθογένειες παρότι οι Δημόσιες δαπάνες βρίσκονται άνω του 7,5% του ΑΕΠ.
Με τους υφιστάμενους προϋπολογισμούς που εκτελούνται για τη Δημόσια Υγεία δεν διορθώνεται η κατάσταση.
Μπορεί να προβλέπουν οριακές αυξήσεις των δαπανών αλλά αυτό σχετίζεται με την απορροφητικότητα των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και εξανεμίζεται με τον υπερδιπλασιασμό των τιμών που προμηθεύονται υπηρεσίες και υλικά τα Νοσοκομεία.
Καθρέπτης της κατάστασης είναι οι ανεξόφλητες υποχρεώσεις των Νοσοκομείων που με βάση τα επίσημα στοιχεία βρίσκονται στο 1,6 δις ευρώ.
Η ΠΟΕΔΗΝ δεν υιοθετεί απόψεις μείωσης των δαπανών για την άμυνα ή μείωσης άλλων κοινωνικών δαπανών προκειμένου να ενισχυθεί η Υγεία.
Όμως εφόσον η οικονομία διαθέτει υπέρογκα πλεονάσματα όπως επαίρεται το Υπουργείο Οικονομικών ας διαθέσουν μέρος αυτών για την υγεία, για τη διόρθωση των μισθών των υγειονομικών, για την ένταξη στα ΒΑΕ, για νέους οργανισμούς που θα προκαλούν δημοσιονομικό κόστος και όχι όπως τώρα που συστήνονται με ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.
Αλήθεια με ουδέτερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα πως θα μπορέσουν να χωρέσουν δραστηριότητες, τμήματα, υπηρεσίες που αναπτύχθηκαν στα Νοσοκομεία μετά το έτος 2012;
Γιατί να έχουμε ακόμη διασυνδεόμενα Νοσοκομεία, χωρίς νομική αυτοτέλεια όταν οι Νοσοκομειακές κλίνες που διαθέτουν τα εν λόγω Νοσοκομεία είναι απαραίτητες για το Σύστημα με δεδομένο ότι υπολειπόμαστε από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Στη δύναμη του ΕΣΥ έχουμε 3,5 Νοσοκομειακές κλίνες ανά 1.000 κατοίκους, την ίδια στιγμή ο μέσος όρος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 5,3 Νοσοκομειακές κλίνες ανά 1.000 κατοίκους. Τις Περιφερειακές υγειονομικές ανισότητες τις πληρώσαμε ακριβά την περίοδο της πανδημίας. Αντί να λαμβάνονται μέτρα άμβλυνσης, οξύνονται όλο και πιο πολύ.
Συχνά στην επιχειρηματολογία του Υπουργού Υγείας τίθεται το ερώτημα εάν το ΕΣΥ τώρα είναι καλύτερο από προηγούμενες περιόδους.
Σήμερα σε σχέση με το έτος 2019 το ΕΣΥ διαθέτει καλύτερα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά. Όμως το περισσότερο προσωπικό και τις περισσότερες ανεπτυγμένες υπηρεσίες τις είχε στο τέλος της πανδημίας και όχι σήμερα. Από το 2023 και μετά είναι φθίνουσα η πορεία σε προσωπικό και ανεπτυγμένες υπηρεσίες.
Το 2019 είχαμε 450 κλίνες ΜΕΘ στο τέλος της πανδημίας 1.250 και τώρα λειτουργούν οι 850.
Το 2019 είχαμε 800 χειρουργικές αίθουσες και λειτουργούσαν οι 450. Στο τέλος της πανδημίας είχαμε 1.000 χειρουργικές αίθουσες λειτουργούσαν σχεδόν όλες είτε για χειρουργεία είτε για τη νοσηλεία διασωληνομένων ασθενών. Τώρα λειτουργούν για χειρουργικές επεμβάσεις μόνο οι 600. Ναι μειώθηκαν οι λίστες χειρουργείων με τα τα απογευματινά χειρουργεία δωρεάν από το Ταμείο Ανάκαμψης, όμως το μέτρο αυτό τελειώνει εφέτος.
Μετά θα πρέπει οι ασθενείς να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να χειρουργηθούν εντός των Νοσοκομείων.
Εάν δεν προσληφθεί προσωπικό προκειμένου να ανοίξουν οι 400 κλειστές χειρουργικές αίθουσες είναι βέβαιο ότι θα ξαναφουντώσουν οι λίστες αναμονής.
Η ΠΟΕΔΗΝ αγωνιστικά, δυναμικά διεκδικεί την επίλυση των αιτημάτων. Ουδέποτε δεν επεδίωξε με προπηλακισμούς, ύβρεις, στοχοποίηση Υπουργών να διεκδικήσει τη λύση των αιτημάτων. Τέτοιου είδους διεκδικήσεις βολεύουν την εκάστοτε κυβέρνηση.
Οι Υπουργοί όλων των Δημοκρατικών κυβερνήσεων έχουν το δικαίωμα να επισκέπτονται τους χώρους ευθύνης. Εμείς οι εργαζόμενοι επίσης έχουμε το δικαίωμα να διαμαρτυρόμαστε στα πλαίσια των υφιστάμενων νομοθετικών και συνταγματικών ρυθμίσεων περί συνδικαλιστικών ελευθεριών.
Όταν οι αγώνες μας γίνονται στην περιοχή της στοχοποίησης του Υπουργού Υγείας και όχι των ασκούμενων πολιτικών στην Υγεία κερδίζει η κυβέρνηση και όχι η κοινωνία και το Συνδικαλιστικό Κίνημα.
Τα έργα είναι απαραίτητα στα Νοσοκομεία, τα βλέπουν οι ασθενείς χρήστες των υπηρεσιών. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει το επιχείρημα που προβάλλουμε συνεχώς ότι δεν έχουμε χέρια να τα δουλέψουν. Χέρια δεν θα βρεθούν με 684 ευρώ το μήνα στους Τραυματιοφορείς, 736 ευρώ το μήνα στους Βοηθούς Νοσηλευτές, 836 ευρώ το μήνα στους Νοσηλευτές και 1.264 ευρώ το μήνα στον Ιατρό Επιμελητή Α.
Είναι περιφρόνηση να εργάζεται ένας Νοσηλευτής φουλ κυκλικό ωράριο 7 νύκτες, 7 απογεύματα και 3 αργίες το μήνα και να λαμβάνει 100 ευρώ ως πρόσθετες αμοιβές.
Οι μισθοί που λαμβάνουμε είναι 12 κατ’ έτος αφού έχουν περικοπεί τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας. Η κυβέρνηση αρνείται την επαναχορήγηση.
Με βάση τα στοιχεία του προϋπολογισμού που εκτελείται τα έτη 2024,2025 και ως εκτίμηση για το έτος 2026 αποχώρησαν 8.000 μόνιμοι υπάλληλοι από το ΕΣΥ.
Με οργανισμούς του έτους 2012 στα Νοσοκομεία υπηρετούν 45.000 μόνιμοι υπάλληλοι και 25.000 συμβασιούχοι. Τα κενά σε οργανικές θέσεις είναι 20.000 συμπεριλαμβανομένων και των συμβασιούχων.
Σήμερα στα Νοσοκομεία υπηρετεί 3.000 λιγότερο προσωπικό από την1/1/2023.
Το ΕΣΥ νοσεί και η κυβέρνηση αρνείται να δώσει το φάρμακο ίασης που είναι αύξηση των δαπανών για την υγεία, αύξηση μισθών, ένταξη στα ΒΑΕ, μονιμοποίηση συμβασιούχων.
Το ΕΣΥ με αυτή την κατάσταση δεν έχει ΜΕΛΛΟΝ.
Καθρέπτης της κατάστασης του Δημόσιου Συστήματος Υγείας είναι τα Επείγοντα και η ποιότητα Νοσηλείας στα μεγάλα Νοσοκομεία της χώρας.
Τα επείγοντα επισκέπτονται εκατοντάδες ασθενείς για ψύλλου πήδημα λόγω κατάρρευσης της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης, την διαχρονική αποτυχία σύστασης προσωπικού – οικογενειακού γιατρού.
Η ταλαιπωρία για εξέταση απίστευτη παρά τα μέτρα που λαμβάνονται. Τελικά λιγότερο του 20% των ασθενών που επισκέπτονται τα Επείγοντα των Νοσοκομείων χρήζουν εισαγωγής.
Κέντρα Υγείας που δεν είναι σε θέση να κάνουν μία ακτινογραφία θώρακος, μία Γενική αίματος και λόγω έλλειψης διασωστών καθυστερούν οι διακομιδές έκτακτων περιστατικών.
Τις διακομιδές αναλαμβάνουν άσχετοι ένστολοι και το πάσης φύσεως υγειονομικό προσωπικό με επικινδυνότητα για τους ασθενείς και εκτιθέμενους σε ποινικά αδικήματα οι υπάλληλοι που εκτελούν διακομιδές.
Το 50% των ασθενών που νοσηλεύονται στα μεγάλα Νοσοκομεία προέρχονται από άλλους νομούς επειδή τα νοσοκομεία της περιοχής έχουν απωλέσει το δευτεροβάθμιο χαρακτήρα λόγω σοβαρών ελλείψεων προσωπικού.
Εξ’ ου και οι νοσηλείες σε ράντζα, φορεία και στη διασπορά δηλαδή παθολογικά περιστατικά νοσηλεύονται σε χειρουργικές κλινικές.
Έχουμε εξαιτίας αυτών τον υψηλότερο δείκτη ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε προσβολές και θανάτους.
Επιτακτική ανάγκη ενίσχυσης των Περιφερειακών Νοσοκομείων και της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης.
Η Δημόσια Υγεία, Πρόνοια, ΕΚΑΒ δεν πρόκειται να φτιάξει με μισθούς που δεν αρκούν ούτε για το ενοίκιο του σπιτιού και εξαντλητικά ωράρια εργασίας.
Αγωνιζόμαστε για το μέλλον του ΕΣΥ, για την αξιοπρέπεια των ασθενών και των εργαζομένων».





