Σημαντικές διαστάσεις λαμβάνει η επιδημία του ιού Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), με νέα μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Infectious Diseases, να προειδοποιεί ότι η μετάδοση που έχει ήδη επεκταθεί στην Ουγκάντα και ενδέχεται σύντομα να φτάσει και στο Νότιο Σουδάν.
Η επιδημία προκαλείται από το Bundibugyo ebolavirus, ένα σπανιότερο στέλεχος του ιού Έμπολα, για το οποίο δεν υπάρχει σήμερα εγκεκριμένο εμβόλιο.
Πάνω από 1.100 επιβεβαιωμένα κρούσματα
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία των αρχών της ΛΔΚ, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα έχουν φθάσει τα 1.155, ενώ οι θάνατοι ανέρχονται σε 304. Μόνο το τελευταίο 24ωρο καταγράφηκαν 37 νέα κρούσματα και πέντε νέοι θάνατοι, γεγονός που επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη διασπορά της νόσου στις κοινότητες.
Οι υγειονομικές αρχές αναφέρουν ότι η εντατικοποίηση της επιδημιολογικής και εργαστηριακής επιτήρησης επιτρέπει την ταχύτερη ανίχνευση των περιστατικών, ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι η μετάδοση εξακολουθεί να αυξάνεται σε εβδομαδιαία βάση.
Η επιδημία κηρύχθηκε επίσημα στις 15 Μαΐου 2026, ενώ δύο ημέρες αργότερα ο ΠΟΥ ανακοίνωσε κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης Δημόσιας Υγείας Διεθνούς Ενδιαφέροντος (PHEIC), το υψηλότερο επίπεδο διεθνούς συναγερμού.
Η επιδημία εξαπλωνόταν για εβδομάδες χωρίς να εντοπιστεί
Σύμφωνα με τη μελέτη, η μετάδοση του ιού είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές Απριλίου, περίπου έξι εβδομάδες πριν από την επίσημη αναγνώριση της επιδημίας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η καθυστέρηση αυτή επέτρεψε στον ιό να εξαπλωθεί σε περιοχές που ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες λόγω ένοπλων συγκρούσεων, εκτοπισμού πληθυσμών και περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας.
Το Bundibugyo είχε πρωτοεμφανιστεί στην Ουγκάντα το 2007 και στη συνέχεια προκάλεσε επιδημία στη ΛΔ Κονγκό το 2012. Αν και θεωρείται λιγότερο μεταδοτικό και εμφανίζει χαμηλότερη θνητότητα σε σχέση με το στέλεχος Zaire, εξακολουθεί να προκαλεί σοβαρό αιμορραγικό πυρετό και υψηλή θνησιμότητα.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι, καθώς δεν υπάρχει ειδικό εμβόλιο για το συγκεκριμένο στέλεχος, η απομόνωση των ασθενών, η ιχνηλάτηση των επαφών και οι ασφαλείς ταφές αποτελούν τα βασικά μέσα περιορισμού της επιδημίας.
Τα μαθηματικά μοντέλα δείχνουν πιθανή περαιτέρω εξάπλωση
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μαθηματικά μοντέλα για να εκτιμήσουν την πιθανή εξέλιξη της επιδημίας υπό διαφορετικά σενάρια μετάδοσης.
Στο επικρατέστερο σενάριο, οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα επιβεβαιωμένα κρούσματα θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 8.200 έως τον Σεπτέμβριο του 2026, εφόσον η μετάδοση συνεχιστεί στα σημερινά επίπεδα.
Στο δυσμενέστερο σενάριο, εάν αποτύχουν τα μέτρα ελέγχου, τα κρούσματα θα μπορούσαν να υπερβούν τις 66.000 μέχρι το φθινόπωρο.
Ωστόσο, οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι η πρόσφατη πορεία της επιδημίας υποδηλώνει πως είναι πιθανότερο να ακολουθηθεί το χαμηλό ή το μεσαίο σενάριο εξέλιξης και όχι το ακραίο.
Η Ουγκάντα ελέγχει την κατάσταση – Στο επίκεντρο το Νότιο Σουδάν
Μέχρι τις 22 Ιουνίου είχαν καταγραφεί 20 επιβεβαιωμένα κρούσματα και δύο θάνατοι στην Ουγκάντα, μεταξύ των οποίων και πέντε επαγγελματίες υγείας.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η χώρα κατάφερε να εντοπίσει γρήγορα τα περιστατικά, αξιοποιώντας την εμπειρία που διαθέτει από προηγούμενες επιδημίες Έμπολα και τα ισχυρά συστήματα επιτήρησης που έχει αναπτύξει.
Αντίθετα, το Νότιο Σουδάν θεωρείται σήμερα η χώρα με τον μεγαλύτερο κίνδυνο εισαγωγής του ιού, με τη μελέτη να υπολογίζει πιθανότητα 69,3% να καταγραφεί τουλάχιστον ένα κρούσμα μέσα στις επόμενες 12 εβδομάδες.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η χώρα διαθέτει σημαντικά κενά στην επιδημιολογική επιτήρηση, στη διαχείριση περιστατικών, στην ιχνηλάτηση επαφών και στην ασφαλή ταφή θυμάτων.
Αντίθετα, ο εκτιμώμενος κίνδυνος παραμένει χαμηλότερος για τη Ρουάντα (8,6%) και το Μπουρούντι (2%), χωρίς όμως να αποκλείεται η μεταβολή των εκτιμήσεων ανάλογα με την κινητικότητα των πληθυσμών και την αποτελεσματικότητα των εθνικών συστημάτων δημόσιας υγείας.
Η αξία των σεναρίων
Οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι οι προβλέψεις βασίζονται σε μαθηματικά μοντέλα και ενδέχεται να αναθεωρηθούν καθώς προκύπτουν νέα επιδημιολογικά δεδομένα.
Όπως επισημαίνουν, «τα ευρήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια πρώιμη εκτίμηση της κατάστασης που αποσκοπεί στην έγκαιρη προετοιμασία και όχι ως ακριβείς προβλέψεις», προσθέτοντας ότι οι εκτιμήσεις θα επικαιροποιούνται συνεχώς όσο θα είναι διαθέσιμα νέα επιβεβαιωμένα στοιχεία.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν επίσης ότι το μοντέλο δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως τις διαφορές μεταξύ των επιμέρους περιοχών, ούτε να υπολογίσει με ακρίβεια τις ανεπίσημες διασυνοριακές μετακινήσεις, παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την εξέλιξη της επιδημίας.





