Η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σύγχρονες προκλήσεις δημόσιας υγείας παγκοσμίως. Πάνω από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με την παχυσαρκία διεθνώς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Συνδέεται άλλωστε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης πάνω από 200 παθήσεων, μεταξύ αυτών καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης τύπου 2 και ορισμένες μορφές καρκίνου.
Παρότι η επιστημονική κοινότητα την αναγνωρίζει πλέον ως χρόνια, πολυπαραγοντική νόσο, ο δημόσιος διάλογος εξακολουθεί συχνά να την αντιμετωπίζει ως αποτέλεσμα κακών επιλογών τρόπου ζωής ή έλλειψης αυτοπειθαρχίας. Αυτή η αντίληψη τροφοδοτεί το κοινωνικό στίγμα που περιβάλει τα άτομα με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία, επηρεάζοντας αρνητικά την υγεία, σωματική και ψυχολογική αλλά και την ποιότητα ζωής τους.
Τα ποσοστά παχυσαρκίας έχουν υπερδιπλασιαστεί στους ενήλικες από το 1990. Στα παιδιά και στους εφήβους έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα περισσότερα κράτη μέλη πάνω από το 50% των ενηλίκων ζουν με υπέρβαρο ή παχυσαρκία. Στην Ελλάδα, το ποσοστό αυτό είναι στο 57% σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης).
Παρόλα αυτά, οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν πως η παχυσαρκία δεν είναι θέμα lifestyle ή επιλογών. Πρόκειται για μια πολύπλοκη νόσο, στην οποία εμπλέκονται γενετικοί, βιολογικοί, μεταβολικοί, περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες.
Ο «μύθος» της δύναμης της θέλησης
Η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι η παχυσαρκία δεν είναι θέμα συμπεριφοράς. Η σύγχρονη προσέγγιση στη διαχείρισή της περιλαμβάνει συνδυασμό παρεμβάσεων, που πρέπει να περιλαμβάνουν αλλαγές στον τρόπο ζωής και όταν είναι απαραίτητο ιατρικές παρεμβάσεις, φαρμακευτική αγωγή ή και χειρουργικές θεραπείες σε ορισμένες περιπτώσεις.
Στην πραγματικότητα, η πείνα και ο κορεσμός ρυθμίζονται σε περιοχές του εγκεφάλου που λαμβάνουν σήματα από το πεπτικό σύστημα και τον λιπώδη ιστό, καθορίζοντας την ενεργειακή ισορροπία και το σωματικό βάρος, εξηγούν οι ειδικοί.
Στα άτομα που ζουν με παχυσαρκία, τα νευρωνικά αυτά μονοπάτια μπορεί να είναι απορρυθμισμένα. Παράλληλα, η γενετική φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο – έως και περίπου 70% στην προδιάθεση για παχυσαρκία – ενώ περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η διατροφή, η καθιστική ζωή, το άγχος και η έλλειψη ύπνου, μπορούν να ενισχύσουν το φαινόμενο.
Επιπλέον, μετά την απώλεια βάρους ενεργοποιούνται βιολογικοί μηχανισμοί που αυξάνουν την πείνα και ευνοούν την επανάκτηση του βάρους, γεγονός που δείχνει ότι η παχυσαρκία δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς στη «δύναμη της θέλησης».
Το εμπόδιο του στίγματος
Παρά την έκταση του προβλήματος, η κοινωνική συζήτηση γύρω από την παχυσαρκία παραμένει συχνά φορτισμένη με προκαταλήψεις. Πριν ακόμη από τις θεραπευτικές επιλογές, ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα άτομα που ζουν με παχυσαρκία είναι το στίγμα που τη συνοδεύει.
Έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με παχυσαρκία συχνά βιώνουν διακρίσεις και αρνητικές στάσεις στην καθημερινότητα, στον χώρο εργασίας, στο εκπαιδευτικό περιβάλλον αλλά ακόμη και στο σύστημα υγείας. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως weight bias, συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και χαμηλής αυτοεκτίμησης, ενώ μπορεί να αποθαρρύνει τους ασθενείς από το να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια.
Το στίγμα επιδεινώνει την ψυχική υγεία, μπορεί να στρέψει τα άτομα μακριά από το να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα και τελικά επιδεινώνει την υγεία και το σωματικό βάρος.
Επιπλέον, το στίγμα βάζει εμπόδια στην πρόληψη ακόμα και τη θεραπεία της παχυσαρκίας, επιδεινώνοντας το πρόβλημα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η κοινωνική πίεση και ο στιγματισμός συνδέονται με ανθυγιεινές διατροφικές συμπεριφορές, αποφυγή σωματικής δραστηριότητας και αύξηση του σωματικού βάρους.
Εν ολίγοις, ντροπή και ενοχοποίηση δεν αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία για την προώθηση της δημόσιας υγείας.
Άτομα που ζουν με παχυσαρκία
Γι’ αυτόν τον λόγο, ολοένα και περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί και επιστημονικές εταιρείες τονίζουν την ανάγκη αλλαγής του τρόπου με τον οποίο μιλάμε για την παχυσαρκία. Η υιοθέτηση γλώσσας που σέβεται τον ασθενή, για παράδειγμα «άτομα που ζουν με παχυσαρκία» αντί για στιγματιστικούς χαρακτηρισμούς, αποτελεί σημαντικό βήμα. Παράλληλα, οι πολιτικές δημόσιας υγείας πρέπει να εστιάζουν στην υποστήριξη των ασθενών και στη δημιουργία περιβαλλόντων που διευκολύνουν τις υγιείς επιλογές.
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας απαιτεί επομένως μια ευρύτερη αλλαγή οπτικής: από την ατομική ευθύνη στη συλλογική κατανόηση της νόσου. Η αναγνώριση της παχυσαρκίας ως χρόνιας πάθησης και η καταπολέμηση του στίγματος αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική πρόληψη και διαχείρισή της.
Σε τελική ανάλυση, η μάχη κατά της παχυσαρκίας δεν ξεκινά μόνο από τη διατροφή ή τη φυσική δραστηριότητα. Ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται, συζητά και στηρίζει τους ανθρώπους που ζουν με τη νόσο.
- Με την υποστήριξη Φαρμασέρβ-Λίλλυ





