Η μέθοδος EMDR αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 από την ψυχολόγο Francine Shapiro η οποία στην πρώτη της μελέτη συμπεριέλαβε άτομα με επίμονες τραυματικές αναμνήσεις σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία, ιστορικό σωματικών και σεξουαλικών επιθέσεων, περιστατικά συναισθηματικής κακοποίησης και άτομα με οδυνηρά βιώματα από τον πόλεμο του Βιετνάμ.
Μεταγενέστερη έρευνα, επίσης, επιβεβαίωσε την μέθοδο EMDR ως αποτελεσματική θεραπεία και για τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), της πάθησης που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα, ψυχικά επώδυνα επεισόδια, κατά τα οποία το άτομο βιώνει εκ νέου το τραυματικό γεγονός.
Η νευροβιολογία πίσω από την μέθοδο
Η ιδέα της επαναλαμβανόμενης κίνησης των ματιών μπρος-πίσω κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας ψυχοθεραπείας, μπορεί να φαίνεται λίγο περίεργη σε πολλούς από εμάς.
Ωστόσο αυτός είναι ο κορμός της μεθόδου EMDR καθώς χρησιμοποιεί ως θεραπευτική προσέγγιση την απευαισθητοποίηση από την τραυματική ανάμνηση και την επανεπεξεργασία της μέσω της κίνησης των ματιών.
Πέρα από το τραύμα
Η μέθοδος φαίνεται να έχει θεραπευτικά αποτελέσματα και για άλλες ψυχικές παθήσεις, όπως διαταραχές προσωπικότητας, σύμφωνα με μια μελέτη του 2025.
Και αυτό είναι λογικό, σημειώνει η Elizabeth Ressler-Craig, κλινική επόπτρια στο Νοσοκομείο McLean, «δεδομένου ότι οι τραυματικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών προσωπικότητας», όπως προσθέτει.
Τι περιλαμβάνει η θεραπεία;
Οι συνεδρίες EMDR εκτελούνται μόνο υπό την καθοδήγηση εκπαιδευμένου επαγγελματία ψυχικής υγείας και συνήθως διαρκούν 60 έως 90 λεπτά.
Το πρώτο διάστημα, η διαδικασία μοιάζει πολύ με αυτή της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας — ο θεραπευόμενος συχνά συζητά τρέχοντα ζητήματα που τον απασχολούν και μαζί με τον θεραπευτή προσπαθούν να εντοπίσουν συνδέσεις με προηγούμενες εμπειρίες.
Κάποια στιγμή στην θεραπευτική διαδικασία εισέρχεται η εν λόγω μέθοδος, η ουσία της οποίας συνοψίζεται στη θεωρία ότι οι οδυνηρές αναμνήσεις που έχουμε από ένα γεγονός επεξεργάζονται λανθασμένα από τον εγκέφαλο πριν αποθηκευτούν.
Το νευροβιολογικό υπόβαθρο της μεθόδου, υποστηρίζει ότι οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις των ματιών μπορούν να αποτέλεσουν το βασικό εργαλείο για την έναρξη μιας φάσης απευαισθητοποίησης των δεδομένων που έχει αποθηκεύσει ο εγκέφαλος μας ώστε να διευκολυνθεί η επανεπεξεργασία του ψυχικού τραύματος που μας ταλαιπωρεί.
Η Ressler-Craig εξηγεί χαρακτηριστικά, ότι προκειμένου να πετύχει αυτό το είδος διέγερσης, βάζει τους ασθενείς της να παρακολουθούν με τα μάτια την κίνηση των δαχτύλων της. Κάποιοι θεραπευτές πάλι, χρησιμοποιούν μια οριζόντια μπάρα με φώτα LED την οποία κινούν μπρος-πίσω.
Άλλες τεχνικές περιλαμβάνουν τη χρήση ήχου ή αφής. Τα ερεθίσματα, ιδίως τα απτικά, είναι αμφίπλευρα αφού θεωρητικά αυτή η διέγερση ενεργοποιεί και τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου, επιτρέποντας στις σκέψεις και τα συναισθήματα να ταξιδεύουν μαζί κατά μήκος των ίδιων “οδών”, προκειμένου να επανεπεξεργαστούν την ενοχλητική μνήμη.
Αλλάζοντας το πρόσημο από αρνητικό σε θετικό
Κατά τη θεραπευτική φάση απευαισθητοποίησης, καλείστε να φέρετε στο μυαλό σας μια εικόνα της οδυνηρής ανάμνησης, αλλά δεν χρειάζεται να την περιγράψετε λεπτομερώς στον θεραπευτή, υπογραμμίζει η Ressler-Craig, εξηγώντας την μεθοδολογία. Ο θεραπευτής ρωτάει τότε για μια αρνητική πεποίθηση που έχετε ταυτίσει με τη μνήμη και τα συναισθήματα που βιώνετε, επισημαίνει.
«Οι άνθρωποι λένε πράγματα όπως “Άξιζα αυτό που μου συνέβη” ή “Κάτι δεν πάει καλά με μένα” και περιγράφουν κάθε είδους συναισθήματα — ντροπή, αυτο-αηδία, οργή και θλίψη», λέει χαρακτηριστικά η ειδικός.
Στη συνέχεια, ο θεραπευτής μετατοπίζει τη συζήτηση, ρωτώντας ποιες θετικές πεποιθήσεις θα ήθελε να έχει στο μέλλον ο θεραπευόμενος.
Για παράδειγμα, πολλοί εκφράζουν την επιθυμία να νιώσουν ότι δεν είναι “ελαττωματικοί”, ότι δεν υπήρχε λόγος που στοχοποιήθηκαν και ότι τελικά θα μπορέσουν να αισθανθούν ότι έχουν τον έλεγχο του εαυτού τους.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, όταν ο εγκέφαλος σε κλινικό επίπεδο έχει την ευκαιρία να ολοκληρώσει την διαδικασία επεξεργασίας της τραυματικής ανάμνησης με διαφορετικό φόντο, το πραγματικό γεγονός που την προκάλεσε παύει πια να προκαλεί πόνο.
Πηγή: HEALTH.HARVARD.EDU





