Αυτή η διαφορά μπορεί να βοηθά να εξηγηθεί γιατί η μοναξιά επηρεάζει την υγεία διαφορετικά από την κοινωνική απομόνωση. Σε μια νέα μελέτη, εντοπίστηκαν ενδείξεις ότι η μοναξιά μπορεί να συμβάλλει σε χειρότερη ψυχική υγεία και ευεξία, καθώς και στην επιδείνωση ορισμένων δεικτών γενικής υγείας. Η κοινωνική απομόνωση φάνηκε να έχει πιο περιορισμένη επίδραση, με τα σαφέστερα στοιχεία να αφορούν τη μειωμένη ευεξία.
Περίπου ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως βιώνει μοναξιά, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Μοναξιά είναι η δυσφορία που αισθάνεται κάποιος όταν οι σχέσεις του δεν του προσφέρουν την επιθυμητή εγγύτητα ή τη σύνδεση. Η κοινωνική απομόνωση περιγράφει τον αριθμό και τη συχνότητα των κοινωνικών επαφών ενός ατόμου. Οι δύο εμπειρίες μπορεί να συνυπάρχουν, ωστόσο κάποιος μπορεί να βιώνει τη μία χωρίς να βιώνει την άλλη.
Προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση με επιδείνωση τόσο της ψυχικής όσο και της σωματικής υγείας, συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης και των καρδιαγγειακών παθήσεων. Μια επισκόπηση συστηματικών ανασκοπήσεων διαπίστωσε επίσης συσχετίσεις με χειροτέρευση της γενικής υγείας.
Τα ευρήματα αυτά δεν μπορούν να αποδείξουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Η μοναξιά μπορεί να συμβάλλει στην κακή υγεία, ενώ η ασθένεια μπορεί να περιορίζει τις δραστηριότητες και τις σχέσεις ενός ανθρώπου. Η φτώχεια, η αναπηρία και οι συνθήκες της παιδικής ηλικίας μπορούν επίσης να επηρεάσουν δραστικά τόσο την υγεία όσο και την κοινωνική σύνδεση.
@who Feeling lonely? You’re not alone. 1 in 6 people worldwide experience loneliness, affecting their heart, mind, and even life expectancy. This is a public health challenge we can solve. #HealthForAll #foryou #who #worldhealthorganization #mentalhealth #mentalhealthmatters #mentalhealthawareness #socialconnection #lonelinesss #lonely #connected #connection #isolation ♬ original sound - World Health Organization (WHO)
Στατιστικές μέθοδοι
Η νέα μελέτη βασίστηκε σε αρκετές στατιστικές μεθόδους, με διαφορετικά πλεονεκτήματα και διαφορετικές πηγές πιθανής μεροληψίας. Συνολικά, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η μοναξιά μπορεί να συμβάλλει στην κατάθλιψη και να αυξάνει τον κίνδυνο αυτοτραυματισμού ή απόπειρας αυτοκτονίας. Μπορεί επίσης να μειώνει την ικανοποίηση από τη ζωή και άλλες πτυχές της ευεξίας.
Επίσης, εντοπίστηκαν ενδείξεις ότι η σχέση μπορεί να λειτουργεί και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η κατάθλιψη μπορεί να αυξάνει τη μοναξιά, ενώ η μειωμένη ευεξία μπορεί να αυξάνει τόσο τη μοναξιά όσο και την κοινωνική απομόνωση. Τα στοιχεία που δείχνουν ότι η κατάθλιψη συμβάλλει στην κοινωνική απομόνωση ήταν λιγότερο συνεπή. Προηγούμενες διαχρονικές έρευνες έχουν επίσης εντοπίσει μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ της μοναξιάς και των συχνών προβλημάτων ψυχικής υγείας.
Η μοναξιά συνδέθηκε με χειρότερη γενική υγεία, συμπεριλαμβανομένης της πολλαπλής νοσηρότητας, δηλαδή της συνύπαρξης δύο ή περισσότερων μακροχρόνιων παθήσεων. Δεν βρέθηκαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν επαρκώς το ότι η μοναξιά ή η κοινωνική απομόνωση επηρεάζουν συγκεκριμένα σωματικά προβλήματα υγείας που εξετάστηκαν. Αυτά ήταν η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια, το εγκεφαλικό επεισόδιο, η αρτηριακή πίεση και ο διαβήτης τύπου 2.
Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει την πιθανότητα να υπάρχει κάποια επίδραση. Ορισμένες εκτιμήσεις ήταν πολύ ασαφείς για να επιτρέψουν ένα ασφαλές συμπέρασμα, ενώ προηγούμενες διαχρονικές μελέτες έχουν αναφέρει συσχετίσεις μεταξύ μοναξιάς, απομόνωσης και σωματικών ασθενειών.
Ο συνδυασμός διαφορετικών ειδών αποδεικτικών στοιχείων
Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε μια προσέγγιση γνωστή στους επιστημονικούς κύκος ως τριγωνοποίηση (triangulation). Πρόκειται για τη μελέτη του ίδιου ερωτήματος με διαφορετικές μεθόδους, οι οποίες επηρεάζονται από διαφορετικές πιθανές πηγές μεροληψίας. Όταν πολλές προσεγγίσεις οδηγούν σε παρόμοια αποτελέσματα, οι ερευνητές μπορούν να έχουν μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι το συμπέρασμα δεν οφείλεται αποκλειστικά στους περιορισμούς μιας συγκεκριμένης μεθόδου.
Αρχικά, αναλύθηκαν στοιχεία από την τράπεζε δεδομένων UK Biobank, η οποία έχει συλλέξει πληροφορίες για την υγεία, τον τρόπο ζωής και τη γενετική περίπου 500.000 ανθρώπων στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Στη συνέχεια, συγκρίθηκαν αδέλφια από τις ίδιες οικογένειες. Επειδή τα αδέλφια συχνά μοιράζονται στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν, καθώς και μέρος του γενετικού τους υπόβαθρου, αυτές οι συγκρίσεις μπορούν να βοηθήσουν στον συνυπολογισμό οικογενειακών παραγόντων που διαφορετικά θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.
Χρησιμοποιήθηκε επίσης η λεγόμενη Μεντελιανή τυχαιοποίηση (Mendelian randomisation). Η μέθοδος αυτή αξιοποιεί γενετικές παραλλαγές που συνδέονται στατιστικά με την τάση για μοναξιά ή κοινωνική απομόνωση ως δείκτες, προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες εμπειρίες μπορεί να επηρεάζουν την υγεία.
Η Μεντελιανή τυχαιοποίηση μπορεί να μειώσει ορισμένες πηγές μεροληψίας που επηρεάζουν τις συμβατικές έρευνες παρατήρησης. Σε αυτές περιλαμβάνεται η αντίστροφη αιτιότητα, όταν δηλαδή ένα αποτέλεσμα μπορεί να επηρεάζει την υποτιθέμενη αιτία.
Ωστόσο, η μέθοδος βασίζεται σε παραδοχές που δεν μπορούν πάντα να ελεγχθούν πλήρως. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση σύνθετων κοινωνικών εμπειριών, οι οποίες συνδέονται μόνο έμμεσα με τις γενετικές παραλλαγές που χρησιμοποιούνται ως δείκτες. Για τον λόγο αυτό, εξετάσαμε τα συγκεκριμένα ευρήματα σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προέκυψαν από τις άλλες μεθόδους.
Τι δεν μπορεί να μας πει η μελέτη
Η έρευνα έχει αρκετούς περιορισμούς. Στις αναλύσεις της UK Biobank, η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση μετρήθηκαν σε μία χρονική στιγμή κατά τη μέση ή μεγαλύτερη ενήλικη ζωή. Επομένως, τα ευρήματα μπορεί να ισχύουν διαφορετικά για τα παιδιά, τους νεότερους ενήλικες και του ανθρώπους πολύ μεγάλης ηλικίας.
Η μοναξιά μετρήθηκε με μία ερώτηση, η οποία ζητούσε από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν εάν αισθάνονταν συχνά μόνοι. Η κοινωνική απομόνωση αξιολογήθηκε με βάση το μέγεθος του νοικοκυριού και τη συχνότητα των επισκέψεων από φίλους ή συγγενείς.
Η συγκεκριμένη μέτρηση δεν περιλάμβανε επαφές μέσω της εργασίας, ομαδικών δραστηριοτήτων ή άλλων πλευρών της κοινωνικής ζωής. Επομένως, τα ευρήματα αφορούν αυτές τις συγκεκριμένες μετρήσεις και μπορεί να μην αποτυπώνουν κάθε μορφή μοναξιάς ή απομόνωσης.
Το γεγονός ότι κάθε εμπειρία μετρήθηκε μόνο μία φορά σήμαινε επίσης ότι η μελέτη δεν μπορούσε να διακρίνει μια σύντομη περίοδο μοναξιάς από τη μοναξιά που διαρκεί για αρκετά χρόνια, ούτε να εξετάσει πώς οι εμπειρίες που βιώθηκαν νωρίτερα στη ζωή μπορεί να επηρεάζουν την υγεία αργότερα.
Οι συμμετέχοντες στην ανάλυση της UK Biobank τείνουν να είναι πιο υγιείς και να αντιμετωπίζουν λιγότερα οικονομικά προβλήματα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που περιγράφεται ως μεροληψία στον τρόπο επιλογής υγιών εθελοντών.
Οι γενετικές αναλύσεις περιορίστηκαν σε άτομα με ευρωπαϊκή καταγωγή, γεγονός που περιορίζει το κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν τα ευρήματα σε άλλους πληθυσμούς με ασφάλεια.
Η μελέτη δεν εξέτασε θεραπείες ή υπηρεσίες υποστήριξης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσδιορίσει ποιες παρεμβάσεις είναι πιο αποτελεσματικές. Ωστόσο, ενισχύει τα στοιχεία που δείχνουν ότι η μοναξιά μπορεί να συμβάλλει σε χειρότερη ψυχική υγεία και ευεξία και ότι η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση θα πρέπει να εξετάζονται ως διαφορετικές καταστάσεις.
Η διάκριση αυτή μπορεί να επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η υποστήριξη των ανθρώπων. Η αύξηση των ευκαιριών για κοινωνικές επαφές μπορεί να περιορίσει την απομόνωση. Η αντιμετώπιση της μοναξιάς, όμως, μπορεί να απαιτεί υποστήριξη που εστιάζει περισσότερο στην ποιότητα των σχέσεων και στο κατά πόσο οι άνθρωποι τις βιώνουν ως στενές, σχέσεις εμπιστοσύνης και με ουσιαστικό νόημα.
Πηγή: THE CONVERSATION. COM





