Η υπερφόρτωση σιδήρου εμφανίζεται όταν ο σίδηρος συσσωρεύεται σταδιακά στον οργανισμό. Η περίσσεια σιδήρου μπορεί να αποθηκευτεί σε όργανα όπως το ήπαρ, η καρδιά και το πάγκρεας. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ουλές στο ήπαρ, να εξασθενήσει την καρδιά, ώστε να μην μπορεί να αντλεί αποτελεσματικά το αίμα, αλλά και να επηρεάσει την ικανότητα του οργανισμού να ρυθμίζει το σάκχαρο στο αίμα, οδηγώντας ακόμη και στην ανάπτυξη διαβήτη.
Ο ρόλος της διατροφής
Μπορεί η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες να επηρεάσει την ποσότητα σιδήρου που συσσωρεύεται στον οργανισμό; Σε πρόσφατη ανασκόπηση μελετών εξετάστηκαν 40 πηγές σχετικά με τρόφιμα, ροφήματα και συμπληρώματα διατροφής. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν 38 επιστημονικές εργασίες που είχαν αξιολογηθεί από ομότιμους και δύο πηγές της λεγόμενης «γκρίζας βιβλιογραφίας». Τα ευρήματα δείχνουν ότι η διατροφή θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά στη φαρμακευτική ή άλλη ιατρική θεραπεία, επηρεάζοντας την ποσότητα σιδήρου που απορροφά ο οργανισμός, αν και η χρησιμότητά της εξαρτάται από την αιτία της υπερφόρτωσης.
Οι γιατροί χαρακτηρίζουν την κληρονομική υπερφόρτωση σιδήρου ως «πρωτοπαθή», ενώ εκείνη που προκαλείται από κάποια νόσο ή θεραπεία ως «δευτεροπαθή».
Η κληρονομική αιμοχρωμάτωση είναι η συχνότερη κληρονομική μορφή. Προκαλεί υπερβολική απορρόφηση σιδήρου από τις τροφές και εμφανίζεται ιδιαίτερα συχνά σε άτομα βορειοευρωπαϊκής καταγωγής. Η συνήθης θεραπεία περιλαμβάνει την τακτική αφαίρεση αίματος, μια διαδικασία που ονομάζεται φλεβοτομία ή θεραπευτική αφαίμαξη.
Οι μεταγγίσεις αίματος
Η υπερφόρτωση σιδήρου που σχετίζεται με μεταγγίσεις αίματος αναπτύσσεται έπειτα από επανειλημμένες μεταγγίσεις, κατά τις οποίες ο ασθενής λαμβάνει αίμα από δότη. Κάθε μετάγγιση προσθέτει σίδηρο στον οργανισμό, ο οποίος δεν διαθέτει ενεργό μηχανισμό για να τον απομακρύνει. Η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει χημιικούς παράγοντες σιδήρου – φάρμακα που δεσμεύουν τον σίδηρο, ώστε να αποβληθεί από τον οργανισμό μέσω των ούρων ή των κοπράνων.
Αυτός ο τύπος υπερφόρτωσης μπορεί να εμφανιστεί στη θαλασσαιμία, μια ομάδα κληρονομικών παθήσεων που επηρεάζουν την αιμοσφαιρίνη, την πρωτεΐνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει οξυγόνο. Ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται τακτικές μεταγγίσεις, ενώ η θαλασσαιμία μπορεί επίσης να αυξήσει την απορρόφηση σιδήρου από τις τροφές. Ωστόσο, για όσους λαμβάνουν τακτικές μεταγγίσεις, η διατροφή συνήθως αποτελεί πολύ μικρότερη πηγή της περίσσειας σιδήρου.
Τι έδειξαν οι μελέτες
Το τσάι περιέχει πολυφαινόλες -φυτικές ουσίες που δεσμεύουν κυρίως τον μη αιμικό σίδηρο, δηλαδή τη μορφή σιδήρου που βρίσκεται κυρίως σε φυτικές τροφές και σε τρόφιμα εμπλουτισμένα με σίδηρο. Αυτό καθιστά δυσκολότερη την απορρόφησή του από τον οργανισμό.
Μια μικρή κλινική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 18 άτομα με κληρονομική αιμοχρωμάτωση διαπίστωσε ότι το μαύρο τσάι μείωσε την απορρόφηση σιδήρου από ένα γεύμα. Οι συμμετέχοντες που κλήθηκαν να πίνουν τσάι σε κάθε γεύμα παρουσίασαν περίπου κατά ένα τρίτο μικρότερη συσσώρευση αποθηκευμένου σιδήρου κατά τον επόμενο χρόνο σε σύγκριση με εκείνους που έπιναν νερό. Ωστόσο, η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων δεν ήταν στατιστικά σημαντική, γεγονός που σημαίνει ότι οι ερευνητές δεν μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο το αποτέλεσμα να οφειλόταν στην τύχη.
Σε μια μεταγενέστερη μελέτη «διασταυρούμενου σχεδιασμού», στην οποία και οι 14 ενήλικες δοκίμασαν τόσο το συμπλήρωμα όσο και μια ανενεργή κάψουλα, εξετάστηκαν εκχυλίσματα μαύρου τσαγιού, κακάο και χυμού σταφυλιού. Το συμπλήρωμα μείωσε κατά περίπου 40% την απορρόφηση μη αιμικού σιδήρου από ένα μόνο γεύμα και ρόφημα. Ωστόσο, επειδή η μελέτη αξιολόγησε μόνο την άμεση επίδραση, δεν μπορούσε να δείξει εάν το συμπλήρωμα επιβράδυνε τη συσσώρευση σιδήρου ή μείωνε την ανάγκη για θεραπεία.
Η κατανάλωση καφέ
Ο καφές περιέχει επίσης πολυφαινόλες και μπορεί να μειώσει την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου όταν καταναλώνεται μαζί με τα γεύματα. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία σε άτομα με υπερφόρτωση σιδήρου είναι ισχυρότερα στην περίπτωση του τσαγιού.
Ο αιμικός σίδηρος, που βρίσκεται στο κρέας, τα πουλερικά και τα ψάρια, απορροφάται ευκολότερα από τον μη αιμικό. Ως εκ τούτου, σε άτομα με κληρονομική αιμοχρωμάτωση μπορεί να συστήνεται ο περιορισμός της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος και, ιδιαίτερα, τροφών με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο, όπως το συκώτι, με παράλληλη διατήρηση μιας ισορροπημένης διατροφής.
Τα άτομα με υπερφόρτωση σιδήρου γενικά συμβουλεύονται επίσης να αποφεύγουν τα συμπληρώματα σιδήρου και τις πολυβιταμίνες που περιέχουν σίδηρο, εκτός εάν αυτά έχουν συνταγογραφηθεί από γιατρό. Οι οδηγίες στο Ηνωμένο Βασίλειο συνιστούν στα άτομα με αιμοχρωμάτωση να αποφεύγουν επίσης τα δημητριακά πρωινού που είναι εμπλουτισμένα με σίδηρο.
Η βιταμίνη C
Η βιταμίνη C αυξάνει την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου. Τα άτομα με κληρονομική αιμοχρωμάτωση συνήθως συμβουλεύονται να αποφεύγουν τα συμπληρώματα βιταμίνης C, μπορούν όμως να συνεχίσουν να καταναλώνουν φρούτα και λαχανικά που την περιέχουν.
Οι συστάσεις μπορεί να διαφέρουν για τα άτομα με β-θαλασσαιμία που εξαρτώνται από μεταγγίσεις, καθώς ορισμένοι από αυτούς τους ασθενείς εμφανίζουν ανεπάρκεια βιταμίνης C. Οι ιατρικές οδηγίες επιτρέπουν μικρές, συνταγογραφούμενες δόσεις σε συνδυασμό με ορισμένα φάρμακα που απομακρύνουν τον σίδηρο ή όταν έχει επιβεβαιωθεί ανεπάρκεια. Η λήψη συμπληρωμάτων χωρίς ιατρική καθοδήγηση μπορεί να αυξήσει τις μορφές σιδήρου στο αίμα που προκαλούν κυτταρικές βλάβες.
Τι προκαλεί ο συνδυασμός με αλκοόλ
Το αλκοόλ προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς τόσο το ίδιο όσο και η περίσσεια σιδήρου μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στο ήπαρ. Μελέτη σε 206 άτομα με την πιο συχνή κληρονομική μορφή αιμοχρωμάτωσης διαπίστωσε σοβαρή και μόνιμη ηπατική ίνωση στο 61% όσων κατανάλωναν τουλάχιστον 60 γραμμάρια καθαρής αλκοόλης την ημέρα, έναντι 7% εκείνων που κατανάλωναν μικρότερη ποσότητα.
Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί περίπου σε 7,5 μονάδες αλκοόλ την ημέρα στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν θα πρέπει να θεωρείται ασφαλές όριο. Οι βρετανικές οδηγίες συνιστούν στα άτομα που καταναλώνουν τακτικά αλκοόλ να μην ξεπερνούν τις 14 μονάδες την εβδομάδα. Σε περίπτωση ηπατικής βλάβης μπορεί να συστήνεται η πλήρης αποφυγή του αλκοόλ.
Τα άτομα με αιμοχρωμάτωση συνιστάται επίσης να αποφεύγουν τα ωμά ή ανεπαρκώς μαγειρεμένα οστρακοειδή, ιδιαίτερα τα στρείδια και τα μύδια. Τα οστρακοειδή αυτά μπορεί να μεταφέρουν βακτήρια του γένους Vibrio, τα οποία απαντώνται φυσικά στα παράκτια ύδατα. Η λοίμωξη που προκαλείται, γνωστή ως δονακίωση (vibriosis), μπορεί να είναι ασυνήθιστα σοβαρή σε άτομα με υπερφόρτωση σιδήρου.
Τι μπορούν να δείξουν τα διαθέσιμα στοιχεία
Τα διαθέσιμα δεδομένα δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη μίας συγκεκριμένης «δίαιτας για την υπερφόρτωση σιδήρου». Ως ανασκόπηση χαρτογράφησης της διαθέσιμης βιβλιογραφίας, η μελέτη κατέγραψε τα υπάρχοντα ερευνητικά δεδομένα, χωρίς να αξιολογήσει τυπικά την ποιότητα κάθε πηγής ή να συνδυάσει τα αριθμητικά αποτελέσματα για τον υπολογισμό μιας συνολικής επίδρασης.
Οι μελέτες αφορούσαν διαφορετικές παθήσεις και διαφορετικές διατροφικές ή θεραπευτικές προσεγγίσεις, συνήθως σε μικρές ομάδες και για σύντομο χρονικό διάστημα. Πολλές μέτρησαν την απορρόφηση σιδήρου ή τις τιμές σε αιματολογικές εξετάσεις, χωρίς να εξετάσουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία ή τις ανάγκες θεραπείας. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι διατροφικές αλλαγές μειώνουν με βεβαιότητα τη συχνότητα με την οποία οι ασθενείς χρειάζονται αφαίμαξη ή τη λήψη φαρμάκων που απομακρύνουν τον σίδηρο.
Για τα άτομα με κληρονομική αιμοχρωμάτωση, οι τρέχουσες οδηγίες συνιστούν την αποφυγή μη συνταγογραφούμενων συμπληρωμάτων σιδήρου ή βιταμίνης C, καθώς και τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ και της συχνής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Η κατανάλωση τσαγιού ή καφέ μαζί με τα γεύματα μπορεί να συμβάλει στη μείωση της απορρόφησης του μη αιμικού σιδήρου.
Τα άτομα με υπερφόρτωση σιδήρου που σχετίζεται με μεταγγίσεις χρειάζονται εξατομικευμένες οδηγίες, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τη θεραπεία τους, καθώς και το ενδεχόμενο να παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα συγκεκριμένων βιταμινών ή μετάλλων.
Όποιος έχει διαγνωστεί με υπερφόρτωση σιδήρου θα πρέπει να συζητά οποιαδήποτε αλλαγή στη διατροφή του ή τη λήψη συμπληρωμάτων με τον γιατρό του ή με εξειδικευμένο διαιτολόγο. Η διατροφή μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη θεραπεία, αλλά δεν μπορεί να την αντικαταστήσει με ασφάλεια.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





