Στην ανακοίνωσή του ο δήμος της Φρανκφούρτης ανέφερε σήμερα ότι ο ένας από τους δύο κατοίκους που είχαν μολυνθεί στη συνοικία Σβάνχαϊμ, στα βόρεια του αεροδρομίου, πέθανε ενώ νοσηλευόταν στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της πόλης.
«Και οι δύο ασθενείς μολύνθηκαν από το παράσιτο πλασμώδιο το μηνοειδές (Plasmodium falciparum), που προκαλεί ελονοσία», αν και δεν είχαν ταξιδέψει σε περιοχές όπου ενδημεί η ασθένεια, ούτε εργάζονταν στο αεροδρόμιο, τόνισαν οι αρχές.
Στις 27 Αυγούστου, τοπικοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι δύο εργαζόμενοι στο αεροδρόμιο πέθαναν από ελονοσία ενώ άλλοι τέσσερις ασθένησαν αλλά ανάρρωσαν.
Τα παράσιτα της ελονοσίας μεταδίδονται στους ανθρώπους από ορισμένα είδη κουνουπιών. Η νόσος δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης ανακοίνωσε ότι κουνούπια που πιάστηκαν με παγίδες στάλθηκαν σε ένα εργαστήριο της Αμβέρσας τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, όμως τα αποτελέσματα των αναλύσεων δεν είναι ακόμη διαθέσιμα. Ένας εκπρόσωπος του αεροδρομίου σημείωσε ότι οι τοπικές υγειονομικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάξουν τις αεροπορικές εταιρείες να απολυμάνουν τα αεροσκάφη.
Η «ελονοσία του αεροδρομίου» είναι η ιδιαίτερη μορφή της ασθένειας αυτής που εξαπλώνεται όταν ένας μολυσμένος ανωφελής κώνωπας ταξιδεύει με αεροπλάνο από μια ενδημική περιοχή σε μια ζώνη όπου δεν ενδημεί η νόσος και μολύνει ανθρώπους. Τα συμπτώματα είναι συνήθως πονοκέφαλος, ναυτία, υψηλός πυρετός και ρίγη.
Από τις αρχές της εβδομάδας δεν έχουν αναφερθεί άλλα κρούσματα στην πόλη, ωστόσο οι υγειονομικές αρχές προέτρεψαν τους γιατρούς να εξετάζουν την πιθανότητα αυτή όταν κάποιος ασθενής παρουσιάζει ανεξήγητο υψηλό πυρετό, ακόμη και αν δεν έχει ταξιδέψει σε τροπικές περιοχές. Αυτό ισχύει κυρίως για τους εργαζόμενους στο αεροδρόμιο και τους κατοίκους των γειτονικών συνοικιών.
Η ελονοσία ευθύνεται για εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους κάθε χρόνο, ιδίως στην υποσαχάρια Αφρική. Υπάρχουν θεραπείες και οι ασθενείς που υποβάλλονται εγκαίρως σε αυτές συνήθως αναρρώνουν πλήρως.
Η τελευταία επιδημία «ελονοσίας του αεροδρομίου» σημειώθηκε στη Γερμανία το 2023, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ. Λόγω όμως της σπανιότητας της ασθένειας στη χώρα όμως η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει, αυξάνοντας τον κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.





