Η ανίχνευση ενός δείκτη καρκίνου του παχέος εντέρου (CDH1) στα λύματα μπορεί να προσφέρει ένα νέο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τη νόσο σε επίπεδο κοινότητας, σύμφωνα με τα δεδομένα νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο Journal of Epidemiology and Community Health.
"Η παρακολούθηση των λυμάτων θα μπορούσε να συμπληρώσει τις παραδοσιακές μεθόδους διαγνωστικού ελέγχου και να βοηθήσει στον εντοπισμό περιοχών για την πραγματοποίηση οικονομικά αποδοτικών και πρακτικών διαγνωστικών ελέγχων σε επίπεδο κοινότητας, ιδίως εν μέσω των αυξανόμενων ποσοστών της νόσου στους νέους", αναφέρουν οι ερευνητές.
Τα λύματα στους υπονόμους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση ενός ευρέος φάσματος βιολογικών ενώσεων που εκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα, αλλά δεν είναι γνωστό εάν μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει για την κοινοτική επιτήρηση του καρκίνου του εντέρου, εξηγούν οι ερευνητές.
Πώς σχεδιάστηκε η μελέτη
Για να το διαπιστώσουν, εξέτασαν τα στοιχεία ασθενών που έλαβαν θεραπεία για καρκίνο του εντέρου σε ένα κέντρο τριτοβάθμιας περίθαλψης στο Jefferson County του Κεντάκι, μεταξύ 2021 και 2023, προκειμένου να εντοπίσουν συρροές υψηλών ποσοστών εμφάνισης της νόσου με γεωγραφικά χαρακτηριστικα.
Για να θεωρηθεί αξιοσημείωτη μια συρροή κρουσμάτων ανά περιοχή αυτή θα έπρεπε να καταγράφει περισσότερες από τέσσερις περιπτώσεις καρκίνου του εντέρου σε ακτίνα 800 περίπου μέτρων. Στη συνέχεια, υπολογίστηκαν τα ποσοστά καρκίνου του εντέρου, σταθμισμένα ως προς το φύλο και την ηλικία, από τα δεδομένα του κρατικού μητρώου καρκίνου για διαγνώσεις που καταγράφηκαν μεταξύ 1995 και 2018. Επιλέχθηκαν τρεις γεωγραφικές περιοχές με υψηλή επίπτωση καρκίνου του εντέρου και μία περιοχή όπου δεν ζούσε κανένας από τους ασθενείς του κέντρου τριτοβάθμιας περίθαλψης ή του κρατικού μητρώου καρκίνου για ανάλυση των λυμάτων της γειτονιάς.
Δειγματοληψία λυμάτων για δείκτες καρκίνου
Δείγματα λυμάτων (175 ml) συλλέχθηκαν τρεις φορές από καθεμία από τις τέσσερις λεκάνες απορροής στις 7:00, 10:00 και 13:00 κατά τη διάρκεια μιας ημέρας (26 Ιουλίου 2023). Οι ερευνητές ανέλυσαν τα δείγματα για βιοδείκτες ανθρώπινου RNA: το CDH1, το οποίο σχετίζεται με τον καρκίνο, και το ένζυμο GAPDH (γλυκεραλδεΰδη-3-φωσφορική αφυδρογονάση), για χρήση ως μάρτυρα.
Όλα τα δείγματα και από τις τέσσερις ομάδες παρουσίασαν ανιχνεύσιμα επίπεδα αυτών των ενώσεων. Τα μέσα επίπεδα των δεικτών CDH1/GAPDH για τις τρεις ομάδες ήταν 20 (ομάδα 1), 2,2 (ομάδα 2) και 4 (ομάδα 3), σε σύγκριση με 2,6 στην ομάδα σύγκρισης.
Η ομάδα 1 είχε περισσότερο από το διπλάσιο αριθμό γνωστών ασθενών σε κέντρα τριτοβάθμιας περίθαλψης ανά 100 άτομα σε σύγκριση με τις άλλες δύο ομάδες, κάτι που μπορεί να εξηγεί τη μεγάλη διακύμανση στα στοιχεία, αναφέρουν οι ερευνητές. Ορισμένοι κάτοικοι της ομάδας ελέγχου ενδέχεται επίσης να έχουν υποβληθεί σε θεραπεία για καρκίνο αλλού.
Περιορισμοί και μελλοντικές δυνατότητες
Πρόκειται για μια μελέτη απόδειξης της ιδέας και θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα, προειδοποιεί η ομάδα, αναγνωρίζοντας διάφορους περιορισμούς στα ευρήματα. Δεν είναι σαφές πώς ο λόγος CDH1:GAPDH στα λύματα σχετίζεται συγκεκριμένα με νέες περιπτώσεις καρκίνου του εντέρου, και αν αυτό αντιπροσωπεύει διαγνωσμένες ή μη διαγνωσμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα.
Το μικρό μέγεθος του δείγματος και το γεωγραφικό εύρος περιορίζουν την ευρύτερη εφαρμογή των ευρημάτων, ενώ η ευαισθησία και η ειδικότητα της επιδημιολογίας με βάση τα λύματα για την ανίχνευση βιοδεικτών καρκίνου του εντέρου απαιτούν επικύρωση σε μεγαλύτερες ομάδες ατόμων, επισημαίνουν οι ερευνητές.
Ωστόσο, τονίζουν: «Η πρόσφατη τάση αύξησης της επίπτωσης [του καρκίνου του παχέος εντέρου] σε νεότερες ηλικιακές ομάδες υπογραμμίζει την ανάγκη για βελτιωμένες προσεγγίσεις δημόσιας υγείας. Ενώ οι υπάρχουσες μέθοδοι διαγνωστικού ελέγχου, όπως η κολονοσκόπηση και οι εξετάσεις κοπράνων, παραμένουν αποτελεσματικές, η εξάρτησή τους από την ατομική συμμόρφωση παρουσιάζει προκλήσεις, ιδίως σε κοινότητες που αντιμετωπίζουν δομικούς και κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες που αποτελούν εμπόδια για την υγεία».
Καταλήγοντας επισημαίνουν ότι «η ανίχνευση αυξημένων δεικτών [καρκίνου του παχέος εντέρου] σε ευρύτερες κοινοτικές ζώνες, πριν καταγραφεί υψηλή συχνότητα εμφάνισης από κέντρα τριτοβάθμιας περίθαλψης ή κρατικά μητρώα καρκίνου, θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό περιοχών για πρακτικό, οικονομικά αποδοτικό, κοινοτικό έλεγχο. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να επιτρέψει την έγκαιρη διάγνωση, ενώ ταυτόχρονα θα εντοπίζει περιοχές με χαμηλότερη πιθανότητα ανίχνευσης περιπτώσεων, επιτρέποντας την έγκαιρη ειδοποίηση των κλινικών ιατρών».





