Μπορεί ένα «ακριβότερο» τσιγάρο ή ένα πιο φορολογικά «επιβαρυμένο» αναψυκτικό να οδηγήσει σε μια πιο υγιή κοινωνία; Η συζήτηση για τους λεγόμενους «φόρους υγείας» επανέρχεται δυναμικά, φέρνοντας στο προσκήνιο ένα εργαλείο που δεν στοχεύει μόνο στην αύξηση των εσόδων, αλλά κυρίως στη μεταβολή των καθημερινών μας συνηθειών. Παράλληλα, προτείνεται ένα αντίβαρο: οι «φόροι αρετής», που επιβραβεύουν τις υγιεινές επιλογές, ιδιαίτερα για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Ο αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Κώστας Αθανασάκης, ξεκαθαρίζει ότι «ο όρος φόροι αμαρτίας είναι παλαιότερος και ενδεχομένως λίγο ατυχής. Η έννοια του φόρου υγείας είναι να λειτουργεί πρωτίστως ως ένα εργαλείο δημόσιας υγείας, παράλληλα με τα υπόλοιπα εργαλεία δημόσιας υγείας τα οποία διαθέτουμε, ώστε να επηρεάζουμε καταναλώσεις στον πληθυσμό, οι οποίες σχετίζονται με αποδεδειγμένα επιβαρυντικές επιδράσεις στην υγεία». Στο στόχαστρο βρίσκονται «η χρήση του καπνού, η χρήση αλκοόλ, η χρήση προϊόντων υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη […] και τώρα τελευταία […] προϊόντα με υψηλά κορεσμένα λιπαρά και υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι». Όπως επισημαίνει, «καθώς επιβαρύνουμε τις καταναλώσεις αυτές, τις καθιστούμε λιγότερο ελκυστικές, άρα προτρέπουμε προς άλλες καταναλώσεις, οι οποίες είναι πιο υγιεινές».
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η παρέμβαση στις τιμές μπορεί να αλλάξει συμπεριφορές. «Ξέρουμε για παράδειγμα διεθνώς ότι κάθε φορά που η τιμή στα τσιγάρων αυξάνεται περίπου 10%, η κατανάλωση πέφτει περίπου 4%». Στο πεδίο της διατροφής, τα οφέλη είναι επίσης μετρήσιμα: «μείωση στο σωματικό βάρος έως 0,5 κιλά κατά μέσο όρο στον πληθυσμό», που «μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του επιπολασμού του διαβήτη […] έως και 0,7 μονάδες», αναφέρει χαρακτηριστικά στην συνέντευξη που παραχώρησε στο ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ FM.
Η διεθνής εμπειρία ενισχύει τη συζήτηση. «Περίπου 12 χώρες έχουν επιβάλει φόρους στα αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα ζάχαρης», ενώ «χώρες όπως η Γερμανία […] και η Ιταλία […] συζητούν την επιβολή ενός τέτοιου μέτρου». Συνολικά, πάνω από 100 χώρες έχουν ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, την ώρα που διεθνείς οργανισμοί εισηγούνται ακόμη πιο τολμηρές αυξήσεις τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο υγειονομικό αλλά και οικονομικό. Όπως σημειώνει ο κ. Αθανασάκης, «ανάλογα με τα προϊόντα και το ύψος της επιβολής του φόρου, μπορούν να δημιουργηθούν έσοδα, τα οποία πιθανότατα να ξεπερνούν ετησίως τα 300 εκατομμύρια ευρώ». Διευκρινίζει, όμως, ότι «πρωτίστως τα εργαλεία αυτά είναι εργαλεία δημόσιας υγείας. Κατά δεύτερο έχουν ένα οικονομικό αποτέλεσμα». Κομβικό στοιχείο αποτελεί η διάθεση των εσόδων: «το αποτέλεσμα της φορολογίας θα πρέπει να κατευθύνεται αποκλειστικά σε δράσεις και προγράμματα υγείας», όπως το «Προλαμβάνω».
Η κοινωνική αποδοχή φαίνεται να εξαρτάται ακριβώς από αυτό. «Όταν ρωτούμε τον γενικό πληθυσμό […] το ποσοστό συμφωνίας […] είναι 71%», εφόσον διασφαλίζεται ότι τα χρήματα επιστρέφουν στην υγεία. Παρ’ όλα αυτά, δεν λείπουν οι προβληματισμοί για τις κοινωνικές ανισότητες. «Το κόστος προσωρινά ενδέχεται να επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα», παραδέχεται, αλλά υπογραμμίζει ότι «η βελτίωση στην υγεία είναι ταχύτερη και καλύτερη» σε αυτές τις ομάδες.
"Όντως το κόστος προσωρινά ενδέχεται να επιβαρύνει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα, όπου οι καταναλώσεις αυτές αποτελούν ένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Αλλά και τα αποτελέσματα, η βελτίωση στην υγεία από την επιβολή ενός εθνικού μέτρου είναι ταχύτερη και καλύτερη στα χαμηλά εισοδήματα, όπου οι καταναλώσεις αυτές είναι μεγαλύτερες.
Για το λόγο αυτό ένα τέτοιο μέτρο, το οποίο είναι η αύξηση της φορολογίας, θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα αντίστοιχο μέτρο, το οποίο είναι η ελάφρυνση, οι λεγόμενοι καμιά φορά και φόροι αρετής. Δηλαδή η ελάφρυνση σε καταναλώσεις που αποδεδειγμένα έχουν θετική επίδραση στην υγεία, όπως για παράδειγμα τα φρούτα και τα λαχανικά.
Νομίζω ότι με την ψηφιοποίηση του κράτους, δεν θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να δημιουργήσουμε ένα σύστημα, μια πλατφόρμα, όπου θα μπορούσαμε να επιστρέφουμε βάσει αποδείξεων το ΦΠΑ για φρούτα και λαχανικά σε οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα. Θα ήταν μια καλή πολιτική για να βελτιώσουμε τις διατροφικές μας συνήθειες και να επιστρέψουμε στο καλό πρότυπο της μεσογειακής διατροφής από το οποίο αποκλίνουμε.", εξηγεί ο ειδικός.
Το ερώτημα, πάντως, παραμένει και πολιτικό. «Δεν είμαι και πολύ σίγουρος ότι είναι πολιτικά εύκολο μέτρο. Δεν ξέρω αν υπάρχει πολιτικός […] που θέλει να βάζει φόρους», τονίζει, ενώ ξεκαθαρίζει ότι οι φόροι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις αναγκαίες αλλαγές.
"Δεν σημαίνει ότι αν μαζεύουμε λεφτά δεν πρέπει να κάνουμε μεταρρυθμίσεις. Άλλο πράγμα τα λεφτά, τα οποία έχουμε και άλλο πράγμα πόσο αποδοτικά τα δαπανούμε. Και το δεύτερο δεν θα σταματήσει να είναι ζητούμενο, είτε μαζεύουμε ένα ευρώ, είτε μαζεύουμε ένα δισεκατομμύριο ευρώ."
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ





