Στην ένταξη της θυγατρικής εταιρείας της Bristol-Meyers Squibb (BMS) στην Ελλάδα, η οποία μέχρι σήμερα λειτουργούσε με αυτοτελή διοικητική δομή, σε ένα ευρύτερο περιφερειακό διοικητικό σχήμα (cluster χωρών), αποφάσισε η κεντρική διοίκηση της εταιρείας, σύμφωνα με πληροφορίες του News4Health.
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της BMS Ελλάδας, Ελισσάβετ Προδρόμου, μετά από 10 χρόνια στη θέση, αποχωρεί και τη διοίκηση των εργασιών της εταιρείας στην Ελλάδα φέρεται να αναλαμβάνει η ομόλογος της στην Ιταλία.
Η απόφαση της κεντρικής διοίκησης της εταιρείας δεν λαμβάνεται σε «κενό αέρος». Αντιθέτως, φέρεται συνδέεται με τις διεθνείς αλλά και τοπικές εξελίξεις στο χώρο του Φαρμάκου, με τις επιπτώσεις να γίνονται σταδιακά όλο και πιο εμφανείς σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.
Το διεθνές ασφυκτικό περιβάλλον αλλά και η ελληνική περίπλοκη επιχειρηματική πραγματικότητα φαίνεται πως επιταχύνει έναν σημαντικό ανασχηματισμό της φαρμακευτικής αγοράς στην Ελλάδα, οι παρενέργειες του οποίου δεν αποκλείεται να επηρεάσουν και την πρόσβαση στην καινοτομία.
Ειδικότερα, οι πιέσεις που ασκεί η εμπορική πολιτικής της κυβέρνησης Trump διεθνώς και ειδικότερα στην Ευρώπη έχουν αρχίσει να γίνονται εμφανείς, με τις εταιρείες, τόσο εκείνες με βάση τις ΗΠΑ αλλά ακόμη και τις ευρωπαϊκές, να ανασχεδιάζουν την επιχειρηματική τους στρατηγική. Στελέχη της αγοράς και αναλυτές προειδοποιούν πως οι επιπτώσεις θα αρχίσουν να γίνονται σταδιακά εμφανείς, ενώ και μια πρόσφατη μελέτη του Lancet ανέδειξε τον κίνδυνο αύξησης τιμών ή καθυστέρησης κυκλοφορίας νέων θεραπειών σε χώρες της Ευρώπης, για να εξισορροπήσουν τις συνέπιες της αμερικανικής πολιτικής.
Σε αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα, αν και δεν αποτελεί χώρα αναφοράς για τις ΗΠΑ υπό την Most-Favoured-Nation (MFN) πολιτική, κινδυνεύει να πληγεί εμμέσως, δεδομένου του δυσμενούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος κυρίως στο πεδίο των καινοτόμων φαρμάκων.
Η απόφαση πολυεθνικών εταιρειών να προχωρήσουν σε αναδόμηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας στη χώρα, με τελευταία την BMS θεωρείται ακόμη ένα ενδεικτικό παράδειγμα του αρνητικού αυτού συνδυασμού.
Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης στην Ευρώπη σε αντίδραση της πίεσης της κυβέρνησης Τραμπ, οι ηγεσίες των πολυεθνικών αποφασίζουν να προχωρήσουν στην ενοποίηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων σε ομάδες – cluster – χωρών, υπό μια διοίκηση.
Στην περίπτωση της BMS Ελλάδας, η εταιρεία θα ενταχθεί σε ένα cluster χωρών της νοτίου Ευρώπης, μαζί με την Ισπανία και την Πορτογαλία, υπό τη διοίκηση της Ιταλίας. Οι αποφάσεις αυτές συνήθως συνοδεύονται και από μείωση των θέσεων εργασίας.
Η χώρα μας, όπου τα τελευταία χρόνια, όπως τονίζουν και οι εταιρείες της καινοτομίας, χαρακτηρίζεται από υψηλές υποχρεωτικές επιστροφές, προϋπολογισμούς που φαίνεται να μην ακολουθούν τις ανάγκες, αλλά και έλλειψη προβλεψιμότητας, δεν θεωρείται πλέον υποσχόμενη αγορά. Επιπλέον, όπως σημειώνουν και στελέχη της αγοράς, η στήριξη προς το συγκεκριμένο τμήμα της φαρμακευτικής αγοράς δεν ήταν η απαιτούμενη.
Το μεγαλύτερο μέρος του επενδυτικού clawback εστιάστηκε στις παραγωγικές επενδύσεις, δηλαδή κυρίως στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία, κλινικές μελέτες έμειναν εκτός, ενώ το πολλά υποσχόμενο Ταμείο Καινοτομίας δεν έχει ακόμα ξεκινήσει να λειτουργεί, το clawback συνεχίζει να καταγράφει υψηλά ποσοστά και μια συμφωνία μεταξύ εταιρειών και πολιτείας με εκατέρωθεν δεσμεύσεις δεν κατέστη εφικτή.
Στην πράξη, η ένταξη μιας χώρας σε cluster υπό τη διοίκηση άλλης αγοράς σημαίνει ότι η τοπική θυγατρική χάνει μέρος της διοικητικής αυτονομίας της: ο προϋπολογισμός, οι στρατηγικές προτεραιότητες, η κατανομή πόρων και σημαντικές αποφάσεις για το εμπορικό και οργανωτικό μοντέλο λαμβάνονται πλέον στο επίπεδο του cluster. Όταν μάλιστα καταργείται η θέση του γενικού διευθυντή της χώρας, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες για την BMS, η αλλαγή είναι βαθύτερη, καθώς η χώρα παύει να διαθέτει ξεχωριστό ανώτατο διοικητικό επίπεδο και οι επικεφαλής των επιμέρους λειτουργιών αναφέρονται στην περιφερειακή διοίκηση.
Μία τέτοια απόφαση μπορεί να μην σημαίνει αυτόματα αποχώρηση από την αγορά. Σημαίνει, όμως, ότι η Ελλάδα θα αξιολογείται και θα διεκδικεί πόρους και προτεραιότητες στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης γεωγραφικής περιοχής, με τις αποφάσεις να λαμβάνονται πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό εκτός Ελλάδας. Χώρες με διαφορετικές ανάγκες και προτεραιότητες και χαρακτηριστικά ομαδοποιούνται.
Μεγάλο ερωτηματικό η πρόσβαση
Αυτή η κατάσταση βέβαια μπορεί να έχει και σοβαρότερες επιπτώσεις, αυτή τη φορά στην πρόσβαση των ασθενών στα φάρμακα.
Ειδικότερα, όπως έχει τονίσει και ο ΣΦΕΕ, τρία στα πέντε καινοτόμα φάρμακα μπορεί να μην φθάσουν στη χώρα μας τα επόμενα δυο με τρία χρόνια.
Η απερχόμενη πρόεδρος της AstraZeneca, Έλενα Χουλιάρα, επισήμανε στο πρόσφατο SFEE Summit πως η ζήτηση αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, που ξεπερνούν τις όποιες χρηματοδοτικές ενέσεις. Σύμφωνα με την ίδια, το χρηματοδοτικό κενό στον τομέα του φαρμάκου έχει πλέον υπερβεί το 1 δισ. ευρώ, γεγονός που επηρεάζει τη διαθεσιμότητα νέων θεραπειών στη χώρα.
Θυμίζουμε την περίπτωση του ογκολογικού φαρμάκου το οποίο η εταιρεία αποφάσισε να αποσύρει από την κυκλοφορία, λόγω του υπέρογκου clawback. Αντίστοιχες αποφάσεις εκτιμάται ότι δεν είναι σπάνιες στο άμεσο μέλλον.
Η εναλλακτική, η είσοδος των καινοτόμων φαρμάκων μέσω του καναλιού του ΙΦΕΤ, δεν θεωρείται βιώσιμη. Είναι χαρακτηριστικό πως ο μηχανισμός αυτός που σχεδιάστηκε για εξαιρετικές ανάγκες καλύπτει πλέον περίπου το 11% των αναγκών, με τη δαπάνη να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 550 εκατ. ευρώ το 2026, χωρίς clawback και rebates.





