Από την τακτική άσκηση και τη σωστή διατροφή έως την αποφυγή καπνίσματος και αλκοόλ, πολλοί άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να δοκιμάσουν σχεδόν τα πάντα με στόχο μια μακρύτερη και υγιέστερη ζωή. Ωστόσο, νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι το «κλειδί» της μακροζωίας ίσως βρίσκεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στα γονίδιά μας απ’ ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα.
Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες εκτιμούσαν ότι μόνο το 10% έως 30% της διάρκειας ζωής ενός ανθρώπου οφείλεται στη γενετική προδιάθεση, ενώ το υπόλοιπο αποδιδόταν σε ασθένειες, ατυχήματα και παράγοντες τρόπου ζωής, όπως η διατροφή, η φυσική δραστηριότητα και οι βλαβερές συνήθειες.
Ωστόσο, νέα μελέτη με επικεφαλής ερευνητές του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης έρχεται να ανατρέψει αυτά τα δεδομένα. Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνητών, περίπου το 55% της ανθρώπινης διάρκειας ζωής μπορεί να αποδοθεί στη γενετική.
«Αν η διάρκεια ζωής καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα γονίδια, τότε τα περιθώρια παρέμβασης στη διαδικασία της γήρανσης είναι περιορισμένα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής», σημειώνουν οι συν-συγγραφείς της μελέτης, Daniela Bakula και Morten Scheibye-Knudsen. «Αντίθετα, αν η γενετική συμβολή ήταν μικρή, θα ήταν δύσκολο να δικαιολογηθούν οι γενετικές προσεγγίσεις στη μελέτη της γήρανσης».
Σημαντικές επιπτώσεις
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε με στόχο να εξηγήσει γιατί ορισμένοι άνθρωποι ζουν περισσότερο από άλλους. Σε αντίθεση με παλαιότερες έρευνες, που βασίζονταν σε ιστορικά δεδομένα χαμηλής ποιότητας και περιλάμβαναν περιόδους με υψηλή θνησιμότητα λόγω λοιμώξεων και ανεπαρκούς υγειονομικής περίθαλψης, η νέα ανάλυση επικεντρώθηκε κυρίως σε μελέτες διδύμων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε περιόδους και πληθυσμούς όπου οι θάνατοι από εξωτερικούς παράγοντες – όπως ατυχήματα ή μολυσματικές ασθένειες – ήταν λιγότερο συχνοί, ο ρόλος της γενετικής στη μακροζωία γινόταν πιο έντονος.
Οι συγγραφείς της έρευνας τονίζουν ότι τα ευρήματα «έχουν σημαντικές επιπτώσεις», καθώς η κατανόηση της επίδρασης της κληρονομικότητας στη θνησιμότητα που σχετίζεται με τη γήρανση είναι καθοριστική τόσο για τη βιολογική έρευνα όσο και για τις κοινωνικές προσδοκίες γύρω από το προσδόκιμο ζωής.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα αποτελέσματα ενισχύουν την ανάγκη να εντοπιστούν συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τη μακροζωία, καθώς και οι βιολογικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων τα γονίδια επηρεάζουν τη διαδικασία της γήρανσης.
Παράλληλα, τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με την εκτίμηση ότι περίπου το 50% της κληρονομικότητας ισχύει και για άλλα πολύπλοκα χαρακτηριστικά, όπως η γνωστική λειτουργία και ο μεταβολισμός. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, ίσως οι ενδογενείς ρυθμοί γήρανσης να έχουν «βελτιστοποιηθεί» εξελικτικά, όπως και άλλες βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού.
Πηγή: Medical Xpress





