Η μακροχρόνια χρήση της ταδαλαφίλης (tadalafil), ενός από τα συχνότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα για τη στυτική δυσλειτουργία, ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γλαυκώματος και άλλων οφθαλμολογικών προβλημάτων, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Οι ερευνητές, ωστόσο, διευκρινίζουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, αλλά αναδεικνύουν την ανάγκη για τακτική παρακολούθηση της υγείας των ματιών σε όσους λαμβάνουν τη θεραπεία για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τι είναι η ταδαλαφίλη
Η ταδαλαφίλη ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5) και χρησιμοποιείται ευρέως για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Παράλληλα, χορηγείται και για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
Η δράση της βασίζεται στη χαλάρωση των λείων μυών και στην αύξηση της αιματικής ροής. Ωστόσο, η χρήση της έχει κατά καιρούς συσχετιστεί με διάφορες οφθαλμολογικές διαταραχές, μεταξύ των οποίων παθήσεις του οπτικού νεύρου και της ωχράς κηλίδας, της περιοχής του αμφιβληστροειδούς που είναι υπεύθυνη για την κεντρική, ευκρινή όραση.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό British Journal of Ophthalmology, ανέλυσε δεδομένα από 73.854 άνδρες ηλικίας 40 ετών και άνω με ιστορικό συμπτωμάτων από το κατώτερο ουροποιητικό σύστημα.
Οι μισοί συμμετέχοντες είχαν λάβει ταδαλαφίλη ή άλλο φάρμακο της ίδιας κατηγορίας (PDE5) για διάστημα έως πέντε ετών, ενώ οι υπόλοιποι λάμβαναν διαφορετικές θεραπείες. Οι δύο ομάδες αντιστοιχίστηκαν ως προς παράγοντες όπως η εθνικότητα, το κάπνισμα, ο διαβήτης και η παχυσαρκία, ώστε να περιοριστεί η επίδραση άλλων παραγόντων κινδύνου.
Μετά από πέντε χρόνια παρακολούθησης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι άνδρες που λάμβαναν ταδαλαφίλη είχαν:
- 22% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν γλαύκωμα,
- 32% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν οφθαλμική υπέρταση (αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση),
- 33% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, τη συχνότερη μορφή της νόσου.
Ωστόσο, επειδή πρόκειται για παρατηρητική μελέτη, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί σχέση αιτίου-αποτελέσματος.
«Τα ευρήματά μας δεν αποτελούν αντένδειξη για τη χρήση της ταδαλαφίλης, αλλά αναδεικνύουν τη σημασία της παρακολούθησης της οφθαλμικής υγείας, ιδιαίτερα σε άτομα με προϋπάρχον γλαύκωμα, οικογενειακό ιστορικό της νόσου ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση», επισημαίνουν οι συγγραφείς της μελέτης.
Τι είναι το γλαύκωμα
Το γλαύκωμα αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες μη αναστρέψιμης απώλειας όρασης παγκοσμίως. Πρόκειται για ομάδα παθήσεων που προκαλούν σταδιακή βλάβη του οπτικού νεύρου, συχνά λόγω αυξημένης πίεσης στο εσωτερικό του ματιού.
Στα αρχικά στάδια συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα, με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να αγνοούν ότι πάσχουν. Για τον λόγο αυτό, η διάγνωση γίνεται τις περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια ενός προληπτικού οφθαλμολογικού ελέγχου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, μπορεί να εμφανιστεί αιφνίδια, προκαλώντας έντονο πόνο στο μάτι, ερυθρότητα, θολή όραση, πολύχρωμους κύκλους γύρω από τα φώτα, πονοκέφαλο, ναυτία και εμετό. Τα συμπτώματα αυτά απαιτούν άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι όσοι λαμβάνουν ταδαλαφίλη δεν θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού τους. Η τακτική οφθαλμολογική εξέταση μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη διάγνωση πιθανών προβλημάτων και στη διατήρηση της όρασης.





