Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των περιστατικών το 2025 ήταν σημαντικά μειωμένος σε σχέση με το 2024, η ιλαρά παραμένει ενεργή και συνεχίζει να προκαλεί σοβαρές επιπλοκές και θανάτους. Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα βρέφη και τα μικρά παιδιά που δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τον εμβολιασμό τους.
Η διατήρηση υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης στον πληθυσμό, με δύο δόσεις του εμβολίου MMR, αποτελεί το βασικό μέτρο για την πρόληψη νέων εξάρσεων και την προστασία των ευάλωτων ομάδων, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Σύμφωνα με τη μηνιαία έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), κατά το 2025 καταγράφηκαν 7.655 περιστατικά ιλαράς σε 30 χώρες της Ευρώπης (EU/EEA), συμπεριλαμβανομένων οκτώ θανάτων -τέσσερις στη Γαλλία, τρεις στη Ρουμανία και ένας στις Κάτω Χώρες.
Παρότι τα περιστατικά είναι σημαντικά λιγότερα σε σχέση με το 2024, όταν είχαν καταγραφεί περισσότερα από 35.000 κρούσματα και 23 θάνατοι, ο αριθμός τους παραμένει σχεδόν διπλάσιος από εκείνον του 2023.
Όπως και το 2024, περίπου οκτώ στους δέκα ασθενείς ήταν ανεμβολίαστοι. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη σημασία του εμβολιασμού με δύο δόσεις MMR, τόσο για την ατομική προστασία όσο και για τη διατήρηση εμβολιαστικής κάλυψης τουλάχιστον 95% στον πληθυσμό -επίπεδο που απαιτείται για την επίτευξη ανοσίας αγέλης.
Επιπλοκές και ευάλωτες ομάδες
Η ιλαρά δεν είναι μια «αθώα παιδική ασθένεια». Περίπου το 30% των ασθενών εμφανίζει μία ή περισσότερες επιπλοκές κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, ενώ τουλάχιστον ένας στους τέσσερις χρειάζεται νοσηλεία.
Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα βρέφη και τα μικρά παιδιά. Τα παιδιά κάτω των πέντε ετών αντιπροσώπευαν περίπου το 40% των περιστατικών το 2025. Τα βρέφη κάτω του ενός έτους, τα οποία δεν έχουν ακόμη την ηλικία για πλήρη εμβολιασμό, αποτελούν την ομάδα με τον μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.
Η ιλαρά, ωστόσο, επηρεάζει όλες τις ηλικιακές ομάδες. Σύμφωνα με τα δεδομένα του ECDC για τον Δεκέμβριο του 2025, η κατανομή των περιστατικών ήταν:
- 4% βρέφη κάτω του ενός έτους
- 22% παιδιά 1–4 ετών
- 7% παιδιά 5–9 ετών
- 5% παιδιά 10–14 ετών
- 4% έφηβοι 15–19 ετών
- 26% ενήλικες 20–29 ετών
- 32% ενήλικες άνω των 30 ετών
Η κατάσταση στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το 2024 δηλώθηκαν 38 κρούσματα ιλαράς χωρίς θανάτους. Στην πλειονότητά τους (72%) αφορούσαν επίνοσα άτομα ελληνικής υπηκοότητας. Συχνότερη ήταν η ηλικιακή ομάδα 45–64 ετών (13 περιστατικά), ακολουθούμενη από την ομάδα 25–44 ετών (11 περιστατικά), ενώ το 25% των κρουσμάτων αφορούσε παιδιά και εφήβους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι:
- το 30% των περιστατικών αφορούσε εργαζομένους σε μονάδες υγείας, ανεμβολίαστους ή ατελώς εμβολιασμένους,
- το 19% αφορούσε άτομα Ρομά,
- το 50% των περιστατικών ήταν ενδημικά και τα υπόλοιπα εισαγόμενα ή επαφές με εισαγόμενο κρούσμα.
Το 2025 δηλώθηκαν τέσσερα κρούσματα ιλαράς στη χώρα, χωρίς θανάτους. Τα περιστατικά αφορούσαν άτομα ηλικίας 25–45 ετών. Ένα ήταν εισαγόμενο, ενώ τα άλλα τρία ήταν άγνωστης προέλευσης. Από αυτά, τα τρία αφορούσαν επίνοσα άτομα χωρίς πλήρη εμβολιαστική κάλυψη και το τέταρτο ανοσοκατεσταλμένο ασθενή με χρόνιο υποκείμενο νόσημα.
Ένα από τα περιστατικά καταγράφηκε σε εργαζόμενο σε μονάδα φροντίδας υγείας, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία του εμβολιασμού των επαγγελματιών υγείας.
Συστάσεις για τον εμβολιασμό
Η ιλαρά παρουσιάζει εποχική αύξηση στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Για τον λόγο αυτό, το ECDC και ο ΕΟΔΥ συστήνουν στους πολίτες να ελέγχουν την εμβολιαστική τους κατάσταση.
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών:
- συνιστώνται δύο δόσεις του εμβολίου MMR μετά την ηλικία των 12 μηνών,
- η δεύτερη δόση χορηγείται συνήθως μεταξύ 24 και 35 μηνών,
- παιδιά και έφηβοι που δεν την έχουν λάβει πρέπει να την αναπληρώσουν το συντομότερο.
Τα άτομα που έχουν γεννηθεί πριν από το 1970 θεωρούνται γενικά άνοσα, ενώ όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970 θα πρέπει να έχουν λάβει δύο δόσεις του εμβολίου, εκτός εάν υπάρχει ιστορικό νόσησης ή αντένδειξη.
Σε περιόδους επιδημίας ή πριν από ταξίδι σε χώρες με κυκλοφορία της ιλαράς, μπορεί να χορηγηθεί μία δόση MMR σε βρέφη ηλικίας 6–11 μηνών, με επανεμβολιασμό μετά τον 12ο μήνα σύμφωνα με το κανονικό πρόγραμμα.
Επειδή η προστασία αναπτύσσεται περίπου δύο εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό, ο έλεγχος της εμβολιαστικής κάλυψης θα πρέπει να γίνεται αρκετό χρόνο πριν από κάθε ταξίδι.
Ο ρόλος του Εθνικού Εργαστηρίου Αναφοράς
Στο πλαίσιο της διεθνούς επιτήρησης της νόσου, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει δημιουργήσει δίκτυο εργαστηρίων αναφοράς για την ιλαρά και την ερυθρά.
Στην Ελλάδα, το Εθνικό Εργαστήριο Αναφοράς Ιλαράς και Ερυθράς λειτουργεί από το 2003 στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur. Στόχος του είναι η εργαστηριακή επιβεβαίωση των κρουσμάτων και η επιδημιολογική παρακολούθηση της κυκλοφορίας των ιών.
Το εργαστήριο πραγματοποιεί:
- μοριακό έλεγχο σε φαρυγγικά επιχρίσματα,
- ορολογικές εξετάσεις αίματος,
- γενετική ανάλυση των στελεχών του ιού.
Με τις εξειδικευμένες αυτές τεχνικές καταγράφεται η γενετική ταυτότητα των στελεχών και εντοπίζονται οι οδοί μετάδοσης μεταξύ χωρών.
Η σημασία της επιτήρησης αυτής αποτυπώθηκε και στις μεγάλες επιδημίες ιλαράς που σημειώθηκαν στην Ελλάδα:
- 2005–2006: 636 κρούσματα
- 2010–2011: 149 κρούσματα
- 2017–2018: 3.258 κρούσματα
Τα εργαστηριακά και επιδημιολογικά δεδομένα αποστέλλονται στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, συμβάλλοντας στη διεθνή παρακολούθηση της νόσου.





