Η άνοια επηρεάζει πολλές πτυχές της επικοινωνίας. Στα αρχικά στάδια, κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται να βρει τη σωστή λέξη για να περιγράψει κάτι. Καθώς η πάθηση εξελίσσεται, επηρεάζεται και η ομιλία με αποτέλεσμα συχνά ο ασθενής να μην γίνεται κατανοητός από τους άλλους όταν μιλάει. Αλλά η δυσκολία στην έκφραση σκέψεων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα άτομο έχει σταματήσει να κατανοεί πώς λειτουργεί μια συζήτηση, υπογραμμίζουν οι ειδικοί.
Η Alison Pilnick, Καθηγήτρια Υγείας και Κοινωνιολογίας στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, επισημαίνει ότι η δυσχέρεια επικοινωνίας μπορεί να προκαλέσει δυσβάσταχτη ψυχική δυσφορία στους πάσχοντες ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε νοσοκομειακό περιβάλλον όπου το προσωπικό συχνά επικεντρώνεται στην παροχή επείγουσας ιατρικής βοήθειας και συνήθως δεν διαθέτει εξειδικευμένη εκπαίδευση στη φροντίδα ασθενών με άνοια.
Οι ασθενείς μπορεί να μην αναγνωρίζουν ότι βρίσκονται στο νοσοκομείο ή να μην καταλαβαίνουν γιατί βρίσκονται εκεί, εξηγεί η Δρ.Pilnick. Μερικοί μπορεί επίσης να μην έχουν τη νομική ικανότητα να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα τους.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, εύκολα ένα μέλος του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού μπορεί να υποθέσει ότι η δυνατότητα επικοινωνίας έχει σοβαρά διαταραχθεί και έτσι οι συνήθεις κανόνες συζήτησης δεν ισχύουν πλέον. Ωστόσο η έρευνα της Καθηγήτριας και της επιστημονικής της ομάδας έδειξε ότι αυτή η υπόθεση είναι συχνά λανθασμένη.
Ακόμα και άτομα με προχωρημένη άνοια μπορούν να αναγνωρίσουν πότε αγνοούνται οι κανόνες συνομιλίας και αυτό μπορεί να αυξήσει την αγωνία τους, τονίζει.
Απαραίτητη η χρήση κανόνων σεβασμού
Για την Δρ.Pilnick είναι απαραίτητο το προσωπικό να έχει εκπαιδευθεί σε μεθόδους επικοινωνίας που στηρίζονται στον σεβασμό του ασθενούς με προβλήματα άνοιας. Αυτές περιλαμβάνουν τον τρόπο με τον οποίο το προσωπικό ολοκληρώνει μια συζήτηση, η διαχείριση τυχόν αντιδράσεων του νοσηλευόμενου όταν η ομιλία του είναι δυσκατανόητη και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστούν περιστάσεις όπου ένας ασθενής πιστεύει ότι βρίσκεται κάπου αλλού ή ότι ζει σε διαφορετική εποχή.
Ο όρος που συμπεριλαμβάνει τον κορμό αυτής της εκπαίδευσης, περιγράφεται από τους επιστήμονες ως διαδραστική ικανότητα και αναφέρεται στις βασικές δεξιότητες που χρησιμοποιούμε μεταξύ μας όταν συμμετέχουμε σε μια συζήτηση. Αυτές περιλαμβάνουν την αναγνώριση του πότε είναι η σειρά κάποιου να μιλήσει, την κατανόηση ότι οι ερωτήσεις συνήθως απαιτούν απαντήσεις και την δυνατότητα αντίληψης του πότε μια απάντηση δεν αντιστοιχεί πλήρως στην ερώτηση που προηγήθηκε. Είναι με λίγα λόγια, ένα μοτίβο επικοινωνίας τόσο οικείο που οι περισσότεροι από εμάς το ακολουθούμε αυτόματα.
Παρά το γεγονός ότι η άνοια μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα ενός ατόμου να εκφράζεται με σαφήνεια, αυτές οι βαθύτερες δεξιότητες συνομιλίας μπορούν να παραμένουν άθικτες για κάποιο διάστημα.
Για παράδειγμα, ο πάσχων μπορεί να καταλάβει ότι μια ερώτηση απαιτεί απάντηση, ακόμη και αν η απάντηση που δίνει είναι ασαφής ή δεν βγάζει νόημα για τους άλλους. Βασιζόμενη στα αποτελέσματα δικής της έρευνας, η Δρ.Pilnick προσθέτει, παράλληλα, ότι τα άτομα με άνοια μπορούν να αναγνωρίσουν πότε το άτομο με το οποίο συνομιλούν δεν ακολουθεί τους κανόνες μια κανονικής συζήτησης.
Καταρχήν, μπορούν να αναγνωρίσουν πότε οι ερωτήσεις τους δεν απαντώνται. Και ναι, μερικές φορές όντως αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να είναι απροσδόκητες ή δύσκολο να ερμηνευθούν. Για παράδειγμα, ένας ασθενής μπορεί να ζητήσει από μια νοσοκόμα: «Μπορείτε να καλέσετε την αστυνομία;» Το προσωπικό ίσως δεν είναι σίγουρο πώς πρέπει να απαντήσει ενώ προσπαθεί να καταλάβει τι εννοεί ο ασθενής. Ωστόσο, αν το ερώτημα που διατυπώθηκε αγνοηθεί ή μείνει αναπάντητο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασθενής συχνά το επαναλαμβάνει δείχνοντας έτσι ότι προσδοκά απάντηση.
Δεύτερον, τα άτομα με άνοια μπορούν να αναγνωρίσουν πότε μια ερώτηση λαμβάνει ελλιπή ή ανεπαρκή απάντηση. Στην καθημερινότητα μας, όταν αρνούμαστε ένα αίτημα, συνήθως εξηγούμε γιατί. Για παράδειγμα, αν κάποιος μας ζητήσει να του δώσουμε ένα αντικείμενο που δεν μπορούμε να φτάσουμε, μπορεί να πούμε: «Συγγνώμη, δεν μπορώ να το φτάσω». Όταν δεν παρέχουμε εξήγηση, συχνά οι συνομιλητές μας θα την ζητήσουν.
Τρίτον, συνεχίζει η Δρ.Pilnick, τα άτομα με άνοια μπορούν να αναγνωρίσουν την ακατάλληλη χρήση της λέξης «εμείς» όταν το προσωπικό προτείνει ενέργειες. Μερικές φορές αυτό είναι χρήσιμο. Εάν μια νοσοκόμα πει «Να δοκιμάσουμε μια γουλιά;» ενώ βοηθά κάποιον να κρατήσει ένα φλιτζάνι, η κοινή διατύπωση μπορεί να μειώσει το άγχος και να κάνει την εργασία να μοιάζει συνεργατική.
Ωστόσο, προκύπτουν προβλήματα όταν το «εμείς» χρησιμοποιείται σε καταστάσεις που δεν είναι πραγματικά συνεργατικές. Για παράδειγμα, το να πούμε «Να ξαναπάμε στο κρεβάτι;» όταν το μέλος του προσωπικού προφανώς δεν θα ξαπλώσει στο κρεβάτι με έναν ασθενή, μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Οι καταγραφές της ερευνητικής ομάδας δείχνουν ότι οι ασθενείς με άνοια μερικές φορές αμφισβητούν ή αντιστέκονται σε αυτές τις παραινέσεις, υποδεικνύοντας ότι αναγνωρίζουν την αναντιστοιχία μεταξύ της γλώσσας που χρησιμοποιείται και της συγκεκριμένης κατάστασης.
Στρεσογόνο περιβάλλον
Οι θάλαμοι των νοσοκομείων μπορεί να είναι περίπλοκα και αγχωτικά περιβάλλοντα για άτομα με άνοια. Και ενώ όντως η πάθηση επηρεάζει καταλυτικά την δυνατότητα επικοινωνίας, το αποτέλεσμα οποιασδήποτε αλληλεπίδρασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς αντιδρά το άλλο άτομο που εμπλέκεται σε αυτόν τον μηχανισμό.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι μικρές αλλαγές μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά. Η προσεκτική απάντηση στις ερωτήσεις, η εξήγηση των λόγων για ενέργειες ή αποφάσεις και η χρήση συνεργατικής γλώσσας μόνο όταν είναι πραγματικά εφαρμόσιμη μπορούν να βοηθήσουν στη μείωση της δυσφορίας που βιώνουν οι ασθενείς με άνοια.
Πηγή: THE CONVERSATION.COM





