Σε όλους έχει τύχει να αφήσουμε κάτι για «αύριο». Όταν όμως η αναβλητικότητα γίνεται μόνιμος τρόπος ζωής και αρχίζει να επηρεάζει τη δουλειά, τις σπουδές ή τις σχέσεις μας, τότε ίσως δεν πρόκειται για μία απλά κακή συνήθεια. Νέα επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η έντονη και επίμονη αναβλητικότητα μπορεί να έχει βαθύτερες ρίζες: στον εγκέφαλο και στα γονίδιά μας.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών και δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Molecular Psychiatry. Οι επιστήμονες θέλησαν να καταλάβουν γιατί κάποιοι άνθρωποι δυσκολεύονται πολύ περισσότερο από άλλους να ξεκινήσουν ή να ολοκληρώσουν καθημερινές υποχρεώσεις – ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι αυτό θα τους δημιουργήσει προβλήματα.
Τι έδειξαν οι εξετάσεις εγκεφάλου
Οι ερευνητές παρακολούθησαν 71 ζεύγη διδύμων από την εφηβεία μέχρι την ενήλικη ζωή. Στην αρχή έκαναν μαγνητικές τομογραφίες εγκεφάλου και, οκτώ χρόνια αργότερα, μίλησαν ξανά με τους ίδιους ανθρώπους για να αξιολογήσουν πόσο συχνά γίνονταν αναβλητικοί.
Το γεγονός ότι επρόκειτο για δίδυμα βοήθησε τους επιστήμονες να ξεχωρίσουν τι οφείλεται στο περιβάλλον και τι στα γονίδια. Διαπίστωσαν ότι σχεδόν το 50% της τάσης για αναβλητικότητα σχετίζεται με κληρονομικούς παράγοντες.
Παράλληλα, παρατήρησαν ότι όσοι εμφάνισαν έντονη αναβλητικότητα ως ενήλικες είχαν διαφορές σε μια περιοχή του εγκεφάλου που λέγεται επικλινής πυρήνας . Πρόκειται για περιοχή που σχετίζεται με το αίσθημα ανταμοιβής, την παρακίνηση και το «γιατί αξίζει να κάνω κάτι τώρα».
Τι ρόλο παίζουν οι χημικές ουσίες του εγκεφάλου
Στους ανθρώπους που ανέβαλλαν συστηματικά τις υποχρεώσεις τους, οι ερευνητές βρήκαν επίσης διαφορές σε ουσίες όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη – χημικές ουσίες που επηρεάζουν τη διάθεση, την ενέργεια, την παρόρμηση και τη λήψη αποφάσεων.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος αυτών των ανθρώπων μπορεί να «ανταμείβει» λιγότερο την προσπάθεια ή να δυσκολεύεται να ενεργοποιηθεί εγκαίρως, με αποτέλεσμα η αναβολή να μοιάζει πιο εύκολη επιλογή.
Γιατί είναι σημαντική αυτή η διαπίστωση;
Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η σοβαρή αναβλητικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως έλλειψη θέλησης ή πειθαρχίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αποτελεί πρώιμο σημάδι ψυχικών δυσκολιών, όπως άγχος ή διαταραχή ελλειμματικής προσοχής (ΔΕΠΥ).
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι στο μέλλον αυτές οι γνώσεις θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον έγκαιρο εντοπισμό εφήβων που είναι πιο ευάλωτοι στην αναβλητικότητα, ώστε να λάβουν στήριξη πριν το πρόβλημα επηρεάσει την ψυχική τους υγεία και την ποιότητα ζωής τους.
Πηγή: Medical Xpress





