Η ΠΟΕΡΓΙ κάνει λόγο για μια «συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τις πρόσφατες ρυθμίσεις του Υπουργείου Υγείας για την επαναληψιμότητα και την ορθολογική χρήση των διαγνωστικών εξετάσεων φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα διαχρονικό πρόβλημα της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας: ένα σύστημα συνταγογράφησης που λειτουργεί με ελλιπή επιστημονικό έλεγχο, ασυνέπεια και περιορισμένη λογοδοσία.
Οι νέοι κανόνες έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από μερίδα κλινικών ιατρών και συνδικαλιστικών φορέων, οι οποίοι τους χαρακτηρίζουν «κόφτες» που ενδέχεται να περιορίσουν την πρόσβαση των ασθενών σε εξετάσεις. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή αμφισβητείται έντονα από άλλες πλευρές του χώρου της υγείας, που επισημαίνουν ότι πρόκειται για μια προσπάθεια περιορισμού της υπερσυνταγογράφησης και ευθυγράμμισης με διεθνή επιστημονικά πρωτόκολλα».
Το ψηφιακό ιστορικό
Σύμφωνα πάντα με την ομοσπονδία των εργαστηριακών ιατρών «στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ενεργοποίηση της υποχρέωσης καταχώρησης των αποτελεσμάτων στο Ψηφιακό Αποθετήριο Διαγνωστικών Εργαστηριακών Αποτελεσμάτων. Η δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού ιστορικού θεωρείται σημαντικό βήμα για τη βελτίωση της κλινικής πρακτικής, καθώς επιτρέπει τόσο στους ασθενείς όσο και στους θεράποντες ιατρούς να έχουν άμεση πρόσβαση σε προηγούμενα αποτελέσματα, μειώνοντας έτσι τις άσκοπες επαναλήψεις εξετάσεων.
Παράλληλα, η καταγραφή των δεδομένων ενισχύει τη διαφάνεια και διευκολύνει τον έλεγχο των δαπανών, περιορίζοντας φαινόμενα εικονικής ζήτησης. Δίνει επίσης τη δυνατότητα στους αρμόδιους φορείς να αξιολογούν την ορθότητα της συνταγογράφησης με βάση επιστημονικά κριτήρια, αντί να καταφεύγουν σε οριζόντιες περικοπές».
Η βιωσιμότητα του συστήματος υγείας
Η ομοσπονδία επισημαίνει ότι «το βασικό επιχείρημα υπέρ των ρυθμίσεων είναι ότι η ορθολογική χρήση των εξετάσεων δεν αποτελεί εμπόδιο στην περίθαλψη, αλλά προϋπόθεση ποιότητας και ασφάλειας. Η αποφυγή περιττών και επικαλυπτόμενων ελέγχων, καθώς και η ιεράρχηση των πραγματικών αναγκών, συνδέονται άμεσα με τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.
Η πραγματικότητα, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, είναι ότι για χρόνια η Ελλάδα λειτουργεί με ένα μοντέλο «ελεύθερης» συνταγογράφησης χωρίς επαρκή έλεγχο. Το αποτέλεσμα είναι η υπερδιάγνωση, η σπατάλη πόρων και οι συνεχείς υπερβάσεις προϋπολογισμού, οι οποίες τελικά αντιμετωπίζονται με μηχανισμούς αυτόματων περικοπών, όπως το rebate και το clawback, που επιβαρύνουν κυρίως τους παρόχους υπηρεσιών».
Ο έλεγχος και η εφαρμογή του
Σύμφωνα πάντα με την ΠΟΕΡΓΙ «το κρίσιμο σημείο της αντιπαράθεσης εντοπίζεται στο πού πρέπει να εφαρμόζεται ο έλεγχος: στην πηγή της δαπάνης, δηλαδή στη συνταγογράφηση, ή στο τέλος της αλυσίδας, δηλαδή στην εκτέλεση των εξετάσεων. Μέχρι σήμερα, η πρακτική που έχει επικρατήσει είναι η δεύτερη, γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις ως άδικο και αναποτελεσματικό.
Επιπλέον, παραμένει ανοιχτό ένα ακόμη ζήτημα που αφορά τη διόγκωση της δαπάνης τα προηγούμενα χρόνια. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, εντάχθηκαν στο σύστημα συνταγογράφησης εξετάσεις υψηλής εξειδίκευσης, όπως ορισμένοι έλεγχοι βιταμινών και ανοσολογικών δεικτών, χωρίς αντίστοιχη αύξηση του προϋπολογισμού και χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου. Η επιλογή αυτή θεωρείται ότι συνέβαλε σημαντικά στη σημερινή πίεση των δαπανών».
Η ρίζα του προβλήματος
Καταλήγοντας η ομοσπονδία επισημαίνει τα εξής: «Παρότι έχει διατυπωθεί δέσμευση για επανεξέταση και πιθανή αφαίρεση αυτών των εξετάσεων από το πλαίσιο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, μέχρι στιγμής έχουν προκριθεί ηπιότερα μέτρα, όπως περιορισμοί στη συχνότητα συνταγογράφησης. Αυτό, σύμφωνα με τους επικριτές, δεν αντιμετωπίζει τη ρίζα του προβλήματος.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν οι παρεμβάσεις αυτές θα αποτελέσουν την αρχή μιας πιο συστηματικής μεταρρύθμισης ή αν θα περιοριστούν σε αποσπασματικές διορθώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για ένα πιο ελεγχόμενο, διαφανές και επιστημονικά τεκμηριωμένο σύστημα συνταγογράφησης φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο στη δημόσια συζήτηση».





