Το 2025, 47 χώρες ανέφεραν στον ΠΟΥ 451.499 κρούσματα χολέρας και 7.870 θανάτους. Πρόκειται για τον υψηλότερο αριθμό ετήσιων θανάτων από χολέρα που έχει αναφερθεί στον ΠΟΥ από το 1999. Τα στοιχεία αυτά αντικατοπτρίζουν τα δεδομένα επιτήρησης που διαβιβάστηκαν στον ΠΟΥ και όχι το πραγματικό παγκόσμιο φορτίο της νόσου, το οποίο εκτιμάται ότι είναι σημαντικά υψηλότερο, καθώς πολλά κρούσματα δεν καταγράφονται.
Επτά χώρες -η Αγκόλα, το Μπανγκλαντές, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Νιγηρία, το Νότιο Σουδάν, το Σουδάν και η Υεμένη- αντιπροσώπευαν περίπου το 90% του συνόλου των κρουσμάτων και των θανάτων από χολέρα που καταγράφηκαν παγκοσμίως. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση καταγράφηκε στην Αφρικανική Περιφέρεια του ΠΟΥ, όπου τα κρούσματα αυξήθηκαν κατά 34% και οι θάνατοι κατά 58% σε σύγκριση με το 2024.
Τα ευρήματα δημοσιεύονται στην τελευταία έκδοση του Εβδομαδιαίου Επιδημιολογικού Οδηγού, μαζί με επικαιροποιημένα στοιχεία για δύο ακόμη βακτηριακές νόσους που είναι δυνατόν να προκαλέσουν επιδημίες: τη μηνιγγίτιδα και την πανώλη.
Πρόκληση για τη δημόσια υγεία
«Η αύξηση των θανάτων από χολέρα αποτελεί υπενθύμιση της πρόκλησης που έχουμε μπροστά μας», δήλωσε ο δρ Chikwe Ihekweazu, Εκτελεστικός Διευθυντής του Προγράμματος Εκτάκτων Αναγκών Υγείας του ΠΟΥ. «Σήμερα κανείς δεν θα έπρεπε να πεθαίνει από χολέρα, καθώς διαθέτουμε τα μέσα για την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου. Η συγκέντρωση των κρουσμάτων και των θανάτων σε έναν μικρό αριθμό χωρών δείχνει πού οι στοχευμένες επενδύσεις σε ασφαλές νερό, αποχέτευση και υγιεινή θα μπορούσαν να έχουν τον μεγαλύτερο αντίκτυπο. Σε συνδυασμό με ισχυρότερη επιτήρηση της νόσου, συμμετοχή των κοινοτήτων, εμβολιασμό και πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα, οι επενδύσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στην ανατροπή αυτής της τάσης» συμπλήρωσε ο ίδιος
Η χολέρα είναι οξεία διαρροϊκή νόσος που προκαλείται από το βακτήριο Vibrio cholerae. Η νόσος μεταδίδεται μέσω τροφίμων και νερού που έχουν μολυνθεί με κόπρανα, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε ασφαλές νερό και επαρκείς συνθήκες αποχέτευσης.
Παρότι η χολέρα μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί, μπορεί να αποβεί θανατηφόρα εάν η σοβαρή αφυδάτωση δεν αντιμετωπιστεί άμεσα. Περισσότεροι από ένας στους πέντε καταγεγραμμένους θανάτους από χολέρα σημειώθηκαν εκτός υγειονομικών δομών, γεγονός που αναδεικνύει ότι πολλοί ασθενείς εξακολουθούν να μην φτάνουν εγκαίρως σε μονάδες υγειονομικής περίθαλψης. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία σε υγειονομικές δομές, το ποσοστό θνητότητας παγκοσμίως ήταν κάτω από 1%, το όριο που θεωρείται ενδεικτικό επαρκούς φροντίδας. Ωστόσο, το 2025 το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 1% σε 12 χώρες.
Η παγκόσμια παραγωγή από του στόματος εμβολίων κατά της χολέρας υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 2022 και 2025, από περίπου 30 εκατομμύρια σε περίπου 80 εκατομμύρια δόσεις ετησίως, βελτιώνοντας σημαντικά τη διαθεσιμότητα των εμβολίων. Πέρυσι, η Διεθνής Ομάδα Συντονισμού (ICG) για την Προμήθεια Εμβολίων ενέκρινε 71 εκατομμύρια δόσεις για χρήση στις πληγείσες χώρες, εκ των οποίων 20 εκατομμύρια προορίζονταν για προληπτικό εμβολιασμό. Ο προληπτικός εμβολιασμός ξεκίνησε εκ νέου στις αρχές του τρέχοντος έτους, μετά την αναστολή του για περισσότερα από τρία χρόνια.
Ο εμβολιασμός κατά της μηνιγγίτιδας
Η βακτηριακή μηνιγγίτιδα εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τις χώρες της «ζώνης της μηνιγγίτιδας» στην Αφρική, μιας περιοχής που εκτείνεται από τη Σενεγάλη έως την Αιθιοπία και όπου οι επιδημίες εμφανίζονται τακτικά.
Το 2025, 24 από τις 26 χώρες της περιοχής ανέφεραν στον ΠΟΥ 21.526 ύποπτα κρούσματα και 971 θανάτους, που αντιστοιχούν σε ποσοστό θνητότητας 4,5%. Μεταξύ των χωρών που υπέβαλαν στοιχεία και για τα δύο έτη, τα κρούσματα μειώθηκαν κατά 5,9% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η μηνιγγίτιδα είναι η φλεγμονή των ιστών που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό, με τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα να αποτελεί τη σοβαρότερη μορφή της. Τέσσερις τύποι βακτηρίων ευθύνονται για την πλειονότητα των περιστατικών βακτηριακής μηνιγγίτιδας παγκοσμίως.
Ο εμβολιασμός έχει μεταμορφώσει την προσπάθεια αντιμετώπισης της μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας, μιας από τις κύριες αιτίες βακτηριακής μηνιγγίτιδας. Από την εισαγωγή του συζευγμένου εμβολίου κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου της οροομάδας Α το 2010, τα κρούσματα της συγκεκριμένης οροομάδας έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 99% στους εμβολιασμένους πληθυσμούς, ενώ από το 2017 δεν έχει καταγραφεί κανένα επιβεβαιωμένο κρούσμα στις χώρες που έχουν εισαγάγει το εμβόλιο.
Ένα εμβόλιο που προσφέρει ευρύτερη προστασία έναντι πέντε οροομάδων του μηνιγγιτιδόκοκκου, το Men5CV/MMCV, εισάγεται πλέον στην περιοχή, τόσο για την αντιμετώπιση επιδημιών μέσω της Διεθνούς Ομάδας Συντονισμού (ICG) όσο και για προληπτικές εκστρατείες εμβολιασμού. Το 2025, ο Νίγηρας έγινε η πρώτη χώρα που πραγματοποίησε εκστρατεία εμβολιασμού σε εθνικό επίπεδο με τη χρήση του συγκεκριμένου εμβολίου.
Απαραίτητη η επιτήρηση για τον έλεγχο της πανώλης
Η πανώλη είναι βακτηριακή νόσος που συνήθως μεταδίδεται μεταξύ ζώων μέσω ψύλλων και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προσβάλει και τον άνθρωπο.
Μεταξύ 2019 και 2025, 10 χώρες ανέφεραν στον ΠΟΥ ύποπτα κρούσματα πανώλης σε ανθρώπους, ενώ έξι από αυτές ανέφεραν επιβεβαιωμένα κρούσματα. Συνολικά, αναφέρθηκαν στον ΠΟΥ 3.847 ύποπτα κρούσματα και 423 θάνατοι, που αντιστοιχούν σε ποσοστό θνητότητας 11%.
Τα περισσότερα κρούσματα καταγράφηκαν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και στη Μαδαγασκάρη, όπου η πανώλη παραμένει ενδημική σε ορισμένες περιοχές. Η πανώλη μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε χώρες που δεν αναφέρουν κρούσματα, ενώ ο ετήσιος αριθμός των περιστατικών παρουσίασε διακυμάνσεις, ανάλογα με τον χρόνο, την τοποθεσία και την έκταση των επιδημιών.
Η συνεχής επιτήρηση των πληθυσμών τρωκτικών και άλλων ζώων, σε συνδυασμό με την άμεση ανταπόκριση στις επιδημικές εξάρσεις, παραμένει απαραίτητη για την έγκαιρη ανίχνευση της πανώλης, τον περιορισμό της μετάδοσης και την αποτροπή μεγαλύτερων επιδημιών.
Πηγή: ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΥΓΕΙΑΣ





