Αυξημένη κυκλοφορία της σιγκέλλωσης στην Ευρώπη, με παράλληλη εμφάνιση πολυανθεκτικών και εξαιρετικά ανθεκτικών στελεχών του βακτηρίου, καταγράφουν οι υγειονομικές αρχές. Ο ΕΟΔΥ σε πρόσφατη σχετική έκθεσή του, επισημαίνει ότι έχουν καταγραφεί πρόσφατα κρούσματα και στην Ελλάδα, ενώ έχουν αναφερθεί περιστατικά και ηπατίτιδας Α.
Σύμφωνα με το ECDC, από το 2023 έχουν αναφερθεί περισσότερες από 2.300 λοιμώξεις από πολυανθεκτικά ή εξαιρετικά ανθεκτικά στελέχη Shigella σε 14 χώρες. Η μετάδοση συνδέεται ολοένα συχνότερα με σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες (MSM), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λοίμωξη περιορίζεται στη συγκεκριμένη ομάδα.
Η σιγκέλλωση προκαλεί κυρίως διάρροια, κοιλιακές κράμπες και πυρετό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι κενώσεις μπορεί να περιέχουν αίμα. Οι περισσότερες λοιμώξεις είναι ήπιες, όμως η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών περιορίζει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές όταν απαιτούνται αντιβιοτικά.
Η ηπατίτιδα Α μεταδίδεται επίσης μέσω της κοπρανοστοματικής οδού και μπορεί να προκαλέσει πυρετό, έντονη κόπωση, ναυτία, κοιλιακό άλγος και, αργότερα, ίκτερο. Για την πρόληψή της, ο ΕΟΔΥ υπογραμμίζει τη σημασία του εμβολιασμού, ο οποίος συστήνεται στους άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.
{https://www.instagram.com/p/DeGoeMxAnZ6/}
Οι οδηγίες πρόληψης
Οι ειδικοί συστήνουν σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, αποφυγή σεξουαλικής δραστηριότητας όταν υπάρχουν διάρροια ή άλλα συμπτώματα γαστρεντερίτιδας και χρήση μέτρων προστασίας στη στοματο-πρωκτική επαφή. Συνιστάται επίσης ο σωστός καθαρισμός των σεξουαλικών βοηθημάτων και η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής σε περίπτωση επίμονης διάρροιας ή παρουσίας αίματος στα κόπρανα.
Ο ΕΟΔΥ συστήνει αποχή από σεξουαλικές επαφές για τουλάχιστον επτά ημέρες μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων της σιγκέλλωσης, ενώ η στοματο-πρωκτική επαφή θα πρέπει να αποφεύγεται για έως και έξι εβδομάδες.
Οι υγειονομικές αρχές καλούν όσους εμφανίζουν συμπτώματα να απευθύνονται έγκαιρα σε γιατρό και να αναφέρουν πιθανή σεξουαλική έκθεση, ώστε να γίνει η κατάλληλη διάγνωση και, όταν χρειάζεται, ο έλεγχος ευαισθησίας του μικροβίου στα αντιβιοτικά.
Πηγή: ΕΟΔΥ, mycheckpoint





