Ήταν μία από τις σημαντικές φυσιολόγους των αρχών του 20ού αιώνα, που κατάφερε με τη μελέτη της να ρίξει φως στον ρόλο του νωτιαίου μυελού. Το πρόσωπο, όμως, της Φλόρενς Μπιουκάναν, όπως και πολλών άλλων γυναικών στην ιστορία της Ιατρικής, έμεινε για πάρα πολλά χρόνια στο σκοτάδι. Ενώ το επιστημονικό της έργο διασώθηκε και συνέβαλε στην κατανόηση της λειτουργίας του νευρικού συστήματος, κανένα αυθεντικό πορτρέτο της δεν είχε εντοπιστεί μέχρι πρόσφατα.
Μια νέα αρχειακή έρευνα έφερε στο φως μια φωτογραφία της, αποκαθιστώντας ένα σημαντικό κενό στην ιστορία της επιστήμης. Η ανακάλυψη έχει ιδιαίτερο συμβολισμό καθώς αποκαθιστά μια σοβαρή αδικία που εδράζεται σε μεγάλο βαθμό στο φύλο και στην υποτίμηση των γυναικών ως επιστημόνων αλλά ακόμα και ως υπάρξεων την εποχή που έζησε.
Το πορτρέτο της Μπιουκάναν που είχε αφιερώσει την έρευνά της στην καταγραφή ανεπαίσθητων ηλεκτρικών σημάτων, τα οποία αποκαλύπτουν πώς τα νεύρα μεταφέρουν πληροφορίες και προκαλούν μυϊκές αντιδράσεις, κρυβόταν τελικά σ' ένα αρχείο που είχε το όνομα του διάσημου γιατρού πατέρα της, σερ Τζορτζ Μπιουκάναν.
Η επιστήμονας που μελέτησε τα αντανακλαστικά
Το 1908, η Μπιουκάναν δημοσίευσε μια μελέτη για τα νωτιαία αντανακλαστικά σε βατράχους. Το άρθρο της ήταν το πρώτο στον αρχικό τόμο του επιστημονικού περιοδικού The Quarterly Journal of Experimental Physiology.
Χρησιμοποιώντας ένα τριχοειδές ηλεκτρόμετρο, μια πρώιμη συσκευή καταγραφής μικροσκοπικών μεταβολών της ηλεκτρικής τάσης, κατάφερε να διακρίνει την άμεση μυϊκή αντίδραση από την καθυστερημένη αντανακλαστική απόκριση, η οποία προϋπέθετε τη μετάδοση του σήματος προς τον νωτιαίο μυελό και πίσω.
Αφού συνυπολόγισε τον χρόνο που απαιτείται για τη μεταφορά των σημάτων μέσω των περιφερικών νεύρων, εκτίμησε ότι ο νωτιαίος μυελός προκαλούσε καθυστέρηση περίπου 12 έως 22 χιλιοστών του δευτερολέπτου. Η μέτρηση αφορούσε τη συνολική καθυστέρηση στο πλαίσιο του αντανακλαστικού. Μεταγενέστερες έρευνες διαχώρισαν τις επιμέρους διεργασίες που συνθέτουν αυτό το χρονικό διάστημα, δείχνοντας ότι η μετάδοση ενός σήματος σε μία σύναψη, δηλαδή στο σημείο επικοινωνίας δύο νευρικών κυττάρων, μπορεί να διαρκεί πολύ λιγότερο.
Τα ευρήματά της συνέβαλαν στην κατανόηση ότι ο νωτιαίος μυελός δεν λειτουργεί απλώς ως αγωγός σημάτων μεταξύ του σώματος και του εγκεφάλου. Αποτελεί επίσης χώρο επεξεργασίας πληροφοριών, μια θεμελιώδη αρχή για τη σύγχρονη μελέτη της λειτουργίας του νευρικού συστήματος.
Επιστημονική προσφορά σε έναν κόσμο ανδρών
Η Μπιουκάναν εργάστηκε σε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες αντιμετώπιζαν σημαντικούς αποκλεισμούς στην επιστημονική κοινότητα. Το 1896 έγινε η πρώτη γνωστή γυναίκα που παρακολούθησε συνεδρίαση της Βρετανικής Εταιρείας Φυσιολογίας. Δεν της επιτράπηκε, ωστόσο, να συμμετάσχει στο δείπνο της εταιρείας, έναν σημαντικό χώρο κοινωνικών και επαγγελματικών επαφών.
Οι αντιλήψεις της εποχής αποτυπώνονται χαρακτηριστικά στη στάση του φυσιολόγου Έρνεστ Στάρλινγκ, ο οποίος είχε εκφράσει αντιρρήσεις για την παρουσία γυναικών σε αυτά τα δείπνα. Μόλις τον Ιούλιο του 1915, η Μπιουκάναν έγινε μία από τις πρώτες έξι γυναίκες μέλη της εταιρείας, αποκτώντας τα ίδια επίσημα δικαιώματα με τους άνδρες συναδέλφους της.
Παράλληλα, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα όρασης, τα οποία, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα της αδελφής της, Λίλιαν Άνταμ Σμιθ, πιθανότατα συνδέονταν με αποκόλληση αμφιβληστροειδούς. Το 1901, η κατάστασή της επιδεινώθηκε τόσο ώστε χρειάστηκε να παραμείνει ξαπλωμένη για τρεις μήνες. Αδυνατώντας να γράψει, υπαγόρευσε σε φίλη της μια επιστημονική εργασία 66 σελίδων για την ηλεκτρική δραστηριότητα των μυών.
Καθώς η όρασή της χειροτέρευε, προσαρμόστηκε στις δυσκολίες, διατηρώντας το εργαστήριό της οργανωμένο ώστε να κινείται με τη βοήθεια της μνήμης και της αφής. Κατέγραφε τα συμπτώματά της, ελπίζοντας ότι θα βοηθούσαν άλλους, ενώ τελικά δώρισε τα μάτια της για επιστημονική μελέτη.
Συνέχισε, μάλιστα, να κάνει ποδήλατο παρά τις ανησυχίες των συγγενών της. Όταν της ζήτησαν να σταματήσει, απάντησε: «Μη μου ζητάτε να εγκαταλείψω το μοναδικό κομμάτι περιπέτειας που μου έχει απομείνει στη ζωή».
Η ανακάλυψη που έδωσε μορφή σε μια αυθεντία
Το 2026, ο ερευνητής που συμμετείχε στην ανακάλυψη δημιούργησε αρχικά μια προσωρινή αναπαράσταση της Μπιουκάναν με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για υποθετική απεικόνιση και όχι για πραγματικό πορτρέτο. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να διευρύνει τις αναζητήσεις σε αρχειακούς καταλόγους.
https://physoc.onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1113/EP093649
Η αυθεντική φωτογραφία, ωστόσο, εντοπίστηκε μέσα από "παραδοσιακή" αρχειακή έρευνα. Ο Μπράιαν Κλαρκ τη βρήκε σε ένα οικογενειακό χρονικό που είχε δημοσιεύσει η αδελφή της το 1941 και το οποίο φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας. Το βιβλίο ήταν αφιερωμένο κυρίως στην οικογένειά τους και στον πατέρα τους, τον γιατρό δημόσιας υγείας σερ Τζορτζ Μπιουκάναν.
Η φωτογραφία απεικονίζει μια γυναίκα με γυαλιά, σε προφίλ, και συνοδεύεται από λεζάντα που επιβεβαιώνει την ταυτότητά της. Έτσι, η επιστημονική της διαδρομή συνδέθηκε επιτέλους με το πρόσωπό της.
Η ιστορία της υπενθυμίζει ότι η αναγνώριση των γυναικών στην επιστήμη παραμένει ζητούμενο. Σύμφωνα με την UNESCO, περίπου μία στις τρεις ερευνήτριες και ερευνητές παγκοσμίως είναι γυναίκα, ενώ οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε θέσεις επιστημονικής ηγεσίας.
Η επιστημονική μνήμη δεν διαμορφώνεται μόνο από τις ανακαλύψεις, αλλά και από τα πρόσωπα που επιλέγουμε να θυμόμαστε. Η Φλόρενς Μπιουκάναν μετέτρεψε φευγαλέα ηλεκτρικά σήματα σε μόνιμα επιστημονικά τεκμήρια. Για περισσότερο από έναν αιώνα, το έργο της παρέμενε ορατό, αλλά η ίδια όχι. Σήμερα, η επιστήμονας και η κληρονομιά της μπορούν επιτέλους να έχουν και εικόνα.
Πηγή: Conversation





