Υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης καταγράφονται σε επαγγελματικές κουζίνες, με πιθανές επιπτώσεις τόσο στους εργαζομένους όσο και στους πελάτες των εστιατορίων, σύμφωνα με νέα μελέτη στις ΗΠΑ.
Οι ερευνητές μέτρησαν την ατμοσφαιρική ρύπανση σε 27 κουζίνες, μεταξύ των οποίων εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας, πιτσαρίες, εστιατόρια κινεζικής κουζίνας, σχολεία, πανεπιστήμια και μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.
Αν και οι χώροι πληρούσαν τα νόμιμα όρια των ΗΠΑ για την ατμοσφαιρική ρύπανση στους χώρους εργασίας, σε 17 κουζίνες οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του αζώτου υπερέβαιναν τις κατευθυντήριες τιμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για τον εσωτερικό αέρα. Όλες χρησιμοποιούσαν φυσικό αέριο ή προπάνιο για το μαγείρεμα.
Το διοξείδιο του αζώτου αποτελεί ατμοσφαιρικό ρύπο που συναντάται και στα καυσαέρια των πετρελαιοκίνητων οχημάτων.
Αντίθετα, τρεις πλήρως ηλεκτρικές κουζίνες, μεταξύ των οποίων εστιατόριο, σχολική καντίνα και κουζίνα συνεδριακού κέντρου, εμφάνισαν τα χαμηλότερα επίπεδα ρύπανσης. Οι χώροι αυτοί είχαν επίσης τις χαμηλότερες θερμοκρασίες, γεγονός που αποτελεί πρόσθετο όφελος για τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού.
Η μελέτη διαπίστωσε ακόμη ότι η ρύπανση δεν περιορίζεται στην κουζίνα. Οι μέσες συγκεντρώσεις στους χώρους όπου γευμάτιζαν οι πελάτες υπερέβαιναν τις κατευθυντήριες τιμές του ΠΟΥ για την εξωτερική ατμοσφαιρική ρύπανση.
Ένα ακόμη εύρημα εξέπληξε τους ερευνητές: στα δύο τρίτα των κουζινών που χρησιμοποιούσαν αέριο, τα επίπεδα ρύπανσης ήταν υψηλότερα κατά τη διάρκεια της νύχτας και νωρίς το πρωί, όταν οι συσκευές ήταν απενεργοποιημένες. Αιτία ήταν οι φλόγες ανάφλεξης (pilot lights), οι οποίες παρέμεναν αναμμένες όλο το εικοσιτετράωρο, ακόμη και όταν ο εξαερισμός δεν λειτουργούσε.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ρύπανση από αυτές τις φλόγες μπορεί να μεταφέρεται στους χώρους εστίασης, αυξάνοντας την έκθεση εργαζομένων, καθαριστών και πελατών. Επισημαίνεται, επίσης, ότι η μετάβαση σε ηλεκτρικές συσκευές μαγειρέματος θα μπορούσε να περιορίσει την έκθεση στους ρύπους που παράγονται από την καύση ορυκτών καυσίμων.
Πηγή: Guardian





