Οι γυναίκες με αυτοάνοσα νοσήματα έχουν έως και 74% περισσότερες πιθανότητες από τους άνδρες να ακούσουν ότι τα συμπτώματά τους οφείλονται σε ψυχοσωματικούς παράγοντες, ενώ αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία. Αυτό προκύπτει από μελέτη ερευνητών των Πανεπιστημίων του Κέιμπριτζ και της Ανατολικής Αγγλίας.
Εκτιμάται ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως, περίπου ένας στους δέκα, ζουν με αυτοάνοσα νοσήματα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν κόπωση, μυϊκούς πόνους, εξανθήματα και άλλα συμπτώματα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι γυναίκες είναι πιθανότερο να λάβουν λανθασμένη ψυχιατρική ή ψυχοσωματική διάγνωση, αλλά και να περιμένουν περισσότερο μέχρι να εντοπιστεί η πραγματική αιτία των προβλημάτων υγείας τους.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Melanie Sloan, ερευνήτρια στα τμήματα Δημόσιας Υγείας και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας των δύο πανεπιστημίων, υπογράμμισε ότι τέτοιες λανθασμένες διαγνώσεις μπορεί να έχουν μακροχρόνιες συνέπειες, επηρεάζοντας την εμπιστοσύνη των γυναικών στους γιατρούς και την αυτοεκτίμησή τους.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet eClinicalMedicine, περιέλαβε περισσότερα από 6.600 άτομα με αυτοάνοσα νοσήματα, κυρίως γυναίκες από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Μεταξύ των γυναικών, σχεδόν μία στις τέσσερις είχε αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια, όπως η θυρεοειδίτιδα Hashimoto και η νόσος Graves. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, απώλεια μαλλιών, μεταβολές βάρους, αρθραλγίες και ταχυκαρδία. Περίπου μία στις επτά γυναίκες είχε συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι το 43% των γυναικών είχε ακούσει από γιατρό πως η πάθησή του οφειλόταν σε ψυχιατρικά αίτια, έναντι 33% των ανδρών. Αντίστοιχα, το 34% των γυναικών ανέφερε ψυχοσωματική λανθασμένη διάγνωση, έναντι 22% των ανδρών.
Μετά την προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία και η οικονομική κατάσταση, οι γυναίκες είχαν 46% περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ψυχιατρική λανθασμένη διάγνωση και 74% περισσότερες πιθανότητες να αναφέρουν ψυχοσωματική.
Παράλληλα, οι γυναίκες ανέφεραν μεγαλύτερο διάστημα μέχρι τη διάγνωση: συχνότερα ένα έως δύο χρόνια, ενώ στους άνδρες το συνηθέστερο διάστημα ήταν λιγότερο από τρεις μήνες.
Η ερευνητική ομάδα ανέφερε ότι «οι ευρύτερες δυσκολίες στη διαγνωστική διαδικασία επηρεάζουν και τα δύο φύλα», ωστόσο «οι γυναίκες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν επιπλέον μειονεκτήματα».
Οι ερευνητές πρόσθεσαν: «Προκαταλήψεις που έχουν τις ρίζες τους στην ιστορία της ιατρικής ενδέχεται να εξακολουθούν να υφίστανται, όπως η αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι λιγότερο αξιόπιστες και περισσότερο συναισθηματικές όταν περιγράφουν τα συμπτώματά τους σε σύγκριση με τους άνδρες».
Πηγή: Guardian





