Ο καρκίνος του μαστού παραμένει η συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες, με την έγκαιρη διάγνωση να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την επιτυχή αντιμετώπισή του.
Ο Οκτώβριος είναι διεθνώς αφιερωμένος στην ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση για τη νόσο. Το μήνυμα της φετινής εκστρατείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), «Κάθε ιστορία είναι μοναδική, κάθε διαδρομή έχει σημασία», αναδεικνύει ότι πίσω από κάθε διάγνωση βρίσκεται ένας άνθρωπος με διαφορετικές ανάγκες, εμπειρίες και προκλήσεις.
Στην Ελλάδα, οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC) για το 2024 καταγράφουν 8.733 νέα περιστατικά και 2.398 θανάτους από τη νόσο. Ο καρκίνος του μαστού αντιστοιχούσε στο 31,7% των νέων περιστατικών καρκίνου στις γυναίκες.
Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες ίασης και να επιτρέψει λιγότερο εκτεταμένες θεραπείες σε ορισμένες ασθενείς.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, περίπου το 80% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού εμφανίζεται σε γυναίκες που δεν έχουν κάποιον γνωστό τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου πέρα από το φύλο και την αυξανόμενη ηλικία. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι η νόσος δεν αφορά μόνο γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό ή άλλους αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου.
Προσυμπτωματικός έλεγχος
Το πρόγραμμα «Προλαμβάνω» που στοχεύει στην ενίσχυση του οργανωμένου προσυμπτωματικού ελέγχου, επανεκκίνησε τον Οκτώβριο του 2026, με δωρεάν ψηφιακή μαστογραφία για γυναίκες ηλικίας 45–74 ετών που πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη σημασία της συμμετοχής στον προσυμπτωματικό έλεγχο. Για τον πρώτο κύκλο εφαρμογής του προγράμματος, σχεδόν 1,27 εκατομμύρια γυναίκες υποβλήθηκαν σε μαστογραφία, σε 87.231 εντοπίστηκαν ευρήματα που χρειάζονταν περαιτέρω διερεύνηση και περισσότερες από 6.000 διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού σε αρχικό στάδιο.
Ωστόσο, ένα εύρημα στη μαστογραφία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με διάγνωση καρκίνου, για αυτό και η παραμονή της γυναίκας που θα βρεθεί σε αυτή τη θέση στο θεραπευτικό μονοπάτι είναι κρίσιμη.
Η δωρεάν παροχή εξετάσεων είναι σημαντική, αλλά εξίσου κρίσιμη είναι η δυνατότητα όλων των γυναικών να έχουν πρόσβαση σε αυτές και τις απαραίτητες ιατρικές υπηρεσίες και θεραπευτικές παρεμβάσεις που θα ακολουθήσουν, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας ή το μορφωτικό τους επίπεδο
Το προφίλ καρκίνου της Ελλάδας για το 2025, που εκπόνησαν ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανέδειξε διαφορές στη συμμετοχή στον έλεγχο ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο. Το 2019, περίπου το 66% των γυναικών ηλικίας 50–69 ετών δήλωνε ότι είχε κάνει μαστογραφία την προηγούμενη διετία. Το ποσοστό ήταν 53% στις γυναίκες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο και 80% στις γυναίκες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Τα δεδομένα προηγούνται του «Προλαμβάνω» και δεν μετρούν την επίδρασή του, υπογραμμίζουν όμως την ανάγκη να περιοριστούν τα εμπόδια στην πρόληψη.
Έγκαιρη διάγνωση
Η ψηφιακή μαστογραφία αποτελεί βασικό εργαλείο προσυμπτωματικού ελέγχου, αλλά η ενημέρωση για πιθανά συμπτώματα παραμένει εξίσου σημαντική, καθώς και η διάγνωση του καρκίνου του μαστού σε πρώιμο στάδιο συνδέεται με σημαντικά καλύτερες πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι ενδείξεις που χρειάζονται αξιολόγηση μπορεί να είναι ένα ογκίδιο ή μια πάχυνση στον μαστό, αλλαγές στο μέγεθος ή το σχήμα του, μεταβολές στο δέρμα ή στη θηλή, καθώς και ασυνήθιστες ή αιματηρές εκκρίσεις από τη θηλή. Η παρουσία ενός τέτοιου συμπτώματος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για καρκίνο, ωστόσο απαιτεί ιατρική εκτίμηση.
Θεραπεία προσαρμοσμένη σε κάθε ασθενή
Οι εξελίξεις στην ογκολογία έχουν αλλάξει σημαντικά την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί της Θεραπευτικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, η επιλογή θεραπείας βασίζεται ολοένα περισσότερο στα βιολογικά χαρακτηριστικά του όγκου, όπως οι ορμονικοί υποδοχείς, η κατάσταση HER2, ο βαθμός κακοήθειας και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, τα αποτελέσματα μοριακών εξετάσεων ή γονιδιακών υπογραφών.
Η χειρουργική επέμβαση και η ακτινοθεραπεία προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της νόσου, ενώ η χημειοθεραπεία δεν απαραίτητη για όλες τις ασθενείς. Αντίστοιχα, η ορμονοθεραπεία αποτελεί βασικό εργαλείο για τους ορμονοευαίσθητους όγκους και οι στοχευμένες θεραπείες κατά του HER2 έχουν βελτιώσει την πρόγνωση των ασθενών με HER2-θετική νόσο. Μάλιστα, σε επιλεγμένες περιπτώσεις υψηλού κινδύνου τριπλά αρνητικού καρκίνου μπορεί να χορηγηθεί ανοσοθεραπεία σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία.
Η εξατομικευμένη προσέγγιση δεν αφορά μόνο την προσθήκη νέων φαρμάκων, αλλά και την αποφυγή θεραπειών που δεν προσφέρουν ουσιαστικό όφελος. Η συνεργασία χειρουργών, παθολόγων-ογκολόγων, ακτινοθεραπευτών, ακτινολόγων και παθολογοανατόμων είναι καθοριστική για την επιλογή του κατάλληλου θεραπευτικού πλάνου.
Στη μεταστατική νόσο, οι αναστολείς CDK4/6, οι συζεύξεις αντισώματος-φαρμάκου (ADC), οι νεότερες ορμονικές και αντι-HER2 θεραπείες και η ανοσοθεραπεία για επιλεγμένες ασθενείς διευρύνουν τις θεραπευτικές επιλογές.
Κρίσιμος είναι και ο ρόλος των βιοδείκτες για τον προσδιορισμό της κατάλληλης θεραπείας στην κατάλληλη ασθενή.
Για παράδειγμα, οι μεταλλάξεις ESR1, PIK3CA και BRCA1/2 μπορούν να βοηθήσουν στην επιλογή θεραπείας, ενώ οι μοριακές αναλύσεις και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η υγρή βιοψία προσφέρουν πρόσθετες πληροφορίες για τη βιολογία της νόσου.
Δυνητικά σημαντική επιλογή αποτελούν για τις κατάλληλες ασθενείς, ωστόσο, και οι κλινικές μελέτες, αναδεικνύοντας τη σημασία αύξησης της διενέργειας ερευνητικού έργου στην Ελλάδα.





